16/1/16

Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος εξ Ιωαννίνων

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΞ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
1) Πε­ρι­βάλ­λον ἐ­χθρι­κό.
Τά Ἰ­ω­άν­νι­να καί γε­νι­κά ὅ­λη ἡ Ἤ­πει­ρος ἔ­χει πολ­λούς λό­γους νά σε­μνύ­νε­ται γιά τήν προ­σφο­ρά της στό Ὀρ­θό­δο­ξο Ἔ­θνος μας. Ἰ­δί­ως κα­τά τούς χρό­νους τῆς σκλη­ρῆς δου­λεί­ας ἀ­να­δεί­χθη­κε ἀ­κτι­νο­βό­λος φά­ρος ὑ­ψη­λοῦ ἐ­θνι­κοῦ καί χρι­στι­α­νι­κοῦ φρο­νή­μα­τος. Καί ἡ κ­ορύφωση τῆς προ­σφο­ρᾶς της εἶ­ναι οἱ ἔν­δο­ξοι νε­ο­μάρ­τυ­ρές της καί μά­λι­στα ὁ Γε­ώρ­γιος, τοῦ ὁ­ποί­ου τήν ἱ­ε­ρή μνή­μη μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βεια ἑ­ορ­τά­ζουν οἱ ἀ­νά τόν κό­σμο Ἠ­πει­ρῶ­τες καί ὅ­λος ὁ ἑλ­λη­νι­κός Ὀρ­θό­δο­ξος λα­ός.
Τό Τσουρ­χλί, ἕ­να μι­κρό χω­ριό τῆς ἐ­παρ­χί­ας Γρε­βε­νῶν, ἦ­ταν ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρή του πα­τρί­δα, ὅ­που γεν­νή­θη­κε τό 1808, λί­γα μό­λις χρό­νια πρίν ἀ­πό τήν ἔ­ναρ­ξη τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐπαναστά­σε­ως.
Οἱ γο­νεῖς του, Κων­σταν­τῖ­νος καί Βα­σί­λω ἦ­ταν πάμ­πτω­χοι, πλού­σιοι ὅ­μως σέ αἰσθή­μα­τα καί εὐ­σέ­βεια, τήν ὁ­ποί­αν προ­σπά­θη­σαν νά με­τα­δώ­σουν στά τρί­α παιδιά τους ἀ­πό τά πρῶ­τα χρό­νια τῆς ζω­ῆς τους. Γρή­γο­ρα ὅ­μως καί οἱ δυ­ό ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τόν κό­σμο αὐ­τό καί ἄ­φη­σαν τόν Γε­ώρ­γιο μό­λις 8 ἐ­τῶν. Ἐ­κεῖ, στό Τσουρ­χλί, ἔ­μει­νε ὁ Γε­ώρ­γιος μέ­χρι τήν ἡ­λι­κί­α τῶν 13 ἐ­τῶν, προ­στα­τευ­ό­με­νος ἀ­πό τούς δυ­ό με­γα­λύ­τε­ρους ἀ­δελ­φούς του, ὁ­πό­τε καί προ­σκολ­λή­θη­κε ὡς ἱπ­πο­κό­μος σέ κά­ποι­ο τοῦρ­κο στρα­τι­ω­τι­κό. Ἀρ­γό­τε­ρα κα­τέ­λη­ξε στά Ἰ­ω­άν­νι­να στήν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ Χατ­ζῆ Ἀμ­πτουλ­­λάχ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἔμ­πι­στος ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος τοῦ δι­οι­κη­τῆ τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων Ἐ­μίν Πα­σᾶ.
Μέ­σα στό σπί­τι τοῦ Ἀμ­πτουλ­λάχ καί γε­νι­κά στά τουρ­κο­κρα­τού­με­να Γι­άν­νε­να ὁ Γε­ώρ­γιος προ­σαρ­μό­σθη­κε στίς συ­νή­θει­ες τῶν Τούρ­κων καί εἶχε ὅ­λα τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά στοι­χεῖα τά ὁποῖ­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ἕνα μου­σουλ­μά­νο. Ἦ­ταν γνω­στός μέ τό ὄ­νο­μα σε­ϊτ­ζής (ἱπ­πο­κό­μος) Χα­σάν. Κα­νέ­νας πο­τέ δέν σκέ­φθη­κε νά τόν ἐ­νο­χλή­σει γιά τήν πραγ­μα­τι­κή του πί­στη, δι­ό­τι καί κα­νείς δέν ὑ­πο­πτευ­ό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νός. Αὐ­τός ὅ­μως ὅ­σο περ­νοῦ­σαν τά χρό­νια καί με­γά­λω­νε, δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­νεχθεῖ τήν ἀν­τί­θε­ση με­τα­ξύ ἐ­σω­τε­ρι­κῆς καταστά­σε­ως καί ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς ἐμ­φα­νί­σε­ως. Θυ­μό­ταν τό σπί­τι του, τίς χρι­στι­α­νι­κές ἑ­ορ­τές καί τά ἐ­θι­μα καί νο­σταλ­γοῦ­σε. Σκε­πτό­ταν τή ση­με­ρι­νή του κα­τά­στα­ση, ἄ­κου­γε νά τόν ὀνο­μά­ζουν Χα­σάν καί δυ­σφο­ροῦ­σε. Μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κή πα­ρόρ­μη­ση τόν ἔ­κα­νε νά ἐμ­πι­στευ­θεῖ τό με­γά­λο του μυ­στι­κό στόν κύ­ριό του. Κι ἐ­κεῖ­νος, ἄν καί μω­α­με­θα­νός, θε­ο­σε­βής ὅμως καί κα­λό­καρ­δος, ἔ­δει­ξε κα­τα­νό­η­ση καί συμ­πά­θεια στόν κα­λό του σε­ϊτ­ζῆ.

Τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν (1836) καί ὁ Γε­ώρ­γιος ἀρ­ρα­βω­νι­ά­σθη­κε μί­α πι­στή Χρι­στια­νή νέ­α τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων. Τό γε­γο­νός αὐ­τό δέν ἄρ­γη­σε νά γί­νει γνω­στό καί στούς Τούρ­κους, οἱ ὁποῖ­οι τόν νό­μι­ζαν ὡς μω­α­με­θα­νό. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἐ­ρε­θί­σθη­κε ὁ χότ­ζας τοῦ τε­κέ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ θρη­σκευ­τι­κό μέ­νος καί κα­κό­τη­τα τόν ὁ­δή­γη­σε στόν Ἱ­ε­ρο­δι­κα­στή καί κα­τό­πιν στόν Βεζύ­ρη, μέ τήν κα­τη­γο­ρί­α, ὅ­τι αὐ­τός ὁ τοῦρ­κος πού ὀνομάζεται Χα­σάν, θέ­λει νά ἀλ­λα­ξο­πι­στή­σει καί νά πά­ρει ὡς σύ­ζυ­γο Χρι­στια­νή γυ­ναί­κα. Καί στούς δυ­ό ὅ­μως αὐ­τούς ὁμολογεῖ ὁ Ἅ­γιος μέ παρ­ρη­σί­α θαυ­μα­στή:

—Χρι­στια­νός εἶ­μαι, Γε­ώρ­γιο μέ λέ­νε καί ὄ­χι Χα­σάν.

Ἡ ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ Ἀμ­πτουλ­λάχ ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τόν Γε­ώρ­γιο ἀ­πό τά χέ­ρια τῶν Τούρ­κων.

Τά πράγ­μα­τα ὅ­μως ἔ­δει­χναν, ὅ­τι ἡ ζω­ή τοῦ Γε­ωρ­γί­ου κιν­δύ­νευ­ε. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­λοι τόν προ­έ­τρε­παν νά ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ γιά λί­γο δι­ά­στη­μα ἀ­πό τά Ἰ­ω­άν­νι­να, ὥ­σπου νά λησμονηθοῦν τά γε­γο­νό­τα καί νά ἠ­ρε­μή­σει ἡ κα­τά­στα­ση. Τε­λι­κά καί ὁ ἴ­διος πεί­σθη­κε, ὅ­τι ἔ­πρε­πε νά φύ­γει. Οἱ Τοῦρ­κοι ἄλ­λω­στε τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων πέ­τυ­χαν καί ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πό τήν πό­λη τούς τόν ἀ­νε­πι­θύ­μη­το Δι­οι­κη­τή Ἐ­μίν Ἀ­γά καί μα­ζί του τόν ἐ­πι­τε­λή του Χατ­ζῆ Ἀμ­πτου­λάχ. Ἔ­φυ­γε λοι­πόν γιά ἕνα δι­ά­στη­μα καί ὁ Γε­ώρ­γιος, ὥ­σπου ὑ­πέ­θε­σε ὅ­τι τά γεγονό­τα θά εἶχαν λη­σμο­νη­θεῖ. Καί ἐ­πέ­στρε­ψε κα­τό­πιν στά Ἰ­ω­άν­νι­να, στή χρι­στι­α­νι­κή του οἰ­κο­γέ­νεια, στό πε­ρι­βάλ­λον τῆς στορ­γῆς καί τῆς ἀ­γά­πης. Καί πα­ρευ­ρέ­θη­κε ὁ­λό­χα­ρος στή γέν­νη­ση καί κα­τό­πιν στή βά­πτι­ση τοῦ γιοῦ τοῦ Ἰ­ω­άν­νη, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε στίς 7 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1838.

Ἐ­δῶ στά Ἰ­ω­άν­νι­να ὁ Γε­ώρ­γιος δέν κλεί­σθη­κε στό σπί­τι του. Ἐ­πι­κοι­νώ­νου­σε ἐ­λεύ­θε­ρα στίς χρι­στι­α­νι­κές συ­νοι­κί­ες πρῶ­τα, κι ἔ­πει­τα σι­γά - σι­γά στά πιό δη­μόσια μέ­ρη καί σ’ ὅ­λη τήν πό­λη. Ποι­ός ἄλ­λω­στε θά θυ­μᾶ­ται γε­γο­νό­τα, τά ὁ­ποῖ­α συ­νέ­βη­σαν πρίν ἀ­πό τό­σο πο­λύ και­ρό; Κι ὅ­μως! Κά­ποι­α μέ­ρα τόν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ χότ­ζας τοῦ τε­κέ καί κά­νει κάποια ἀ­πει­λη­τι­κή κί­νη­ση ἐ­ναν­τί­ον του. Ἀλ­λά ὁ Γε­ώρ­γιος πῆ­ρε τήν ἀ­πό­φα­ση ὅτι ὅ­σο κι ἄν τόν ἀ­πει­λοῦν, δέν θά πτο­η­θεῖ!

Τήν Τε­τάρ­τη, 12 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, σάν μί­α προ­αί­σθη­ση νά τόν προ­ε­τοί­μα­ζε, ζή­τη­σε τά κα­λά του ροῦ­χα, χαι­ρέ­τη­σε μέ ἰ­δι­αί­τε­ρο τρό­πο τούς δι­κούς του καί βγῆ­κε ἀ­πό τό σπί­τι του. Μό­λις ὅ­μως ἔ­φθα­σε στήν ἀ­γο­ρά βρέ­θη­κε μπρο­στά του ὁ χότ­ζας. Μέ τό μί­σος τό ὁ­ποῖ­ο τόν χα­ρα­κτή­ρι­ζε, αὐ­τός καί ἄλ­λοι τοῦρ­κοι ἐ­πι­τί­θεν­ται ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Γε­ωρ­γί­ου. Με­γά­λη σύγ­κρου­ση δη­μι­ουρ­γή­θη­κε τό­τε. Πλῆ­θος Χρι­στια­νῶν ἔ­σπευ­σε πρός τό μέ­ρος τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, νά βο­η­θή­σει τόν ὁ­μό­θρη­σκό του. Σέ λί­γο δέ­σμιος ὁ Γε­ώρ­γιος ὁ­δη­γεῖ­ται στόν Νταούλ πα­σά μέ τή γνω­στή κα­τη­γο­ρί­α ἦ­ταν τοῦρ­κος καί ἔ­γι­νε Χρι­στια­νός. Ἡ ἀ­νά­κρι­ση ἀρ­χί­ζει καί ὁ Ἅ­γιος ὁ­μο­λο­γεῖ μέ θάρ­ρος καί ἐ­πι­μο­νή:

—Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα, Χρι­στια­νός εἶ­μαι, Χρι­στια­νός θά πε­θά­νω.

Δέν πε­ρι­ο­ρί­σθη­καν ὅ­μως οἱ Τοῦρ­κοι μό­νο στίς συ­στά­σεις καί τήν πει­θώ. Ἄρ­χι­σαν καί νά ἀ­πει­λοῦν: ἤ θά τουρ­κέ­ψεις, τοῦ λέ­νε, ἤ θά χα­λα­στεῖς (θά σκο­τω­θεῖς). Δύ­σκο­λη ἡ θέ­ση τοῦ Γε­ωρ­γί­ου; Κα­θό­λου! Τό εἶ­χε πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Ἦ­ταν Χρι­στια­νός καί θά ἔ­με­νε γιά πάν­τα. Χα­ρά του, τό στε­φά­νι τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

2) Μάρ­τυς Χρι­στοῦ.

Οἱ Χρι­στια­νοί τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων, φί­λοι καί συγ­γε­νεῖς τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, συν­τε­χνί­ες, πρού­χον­τες μέ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τούς Μη­τρο­πο­λί­τες τῆς Ἠ­πεί­ρου καί τῶν Γρε­βε­νῶν, ἐ­νερ­γοῦν καί φροντί­ζουν νά σώ­σουν τόν Ἅ­γιο. Κι ἐ­νῶ ἀ­πο­δει­κνύ­ουν μέ ἐπιχειρήματα ὅ­τι ὁ Γε­ώρ­γιος δέν ἦ­ταν πο­τέ μω­α­με­θα­νός, οἱ Τοῦρ­κοι, κα­κοί καί μο­χθη­ροί, τήν ἴ­δια μέ­ρα τόν φυλακίζουν.

Ἐ­δῶ στή φυ­λα­κή ὁ Γε­ώρ­γιος βρί­σκει καί δυ­ό ἄλ­λους Χρι­στια­νούς κρα­του­μέ­νους. Κι ὅ­ταν αὐ­τοί ἄ­κου­σαν ἀ­πό τό στό­μα του νά τούς δι­η­γεῖ­ται μέ ἁ­πλό­τη­τα τά πε­ρι­στα­τι­κά, συγκινοῦν­ται καί ἐν­θου­σι­ά­ζον­ται. Τόν μα­κα­ρί­ζουν, τόν συγ­χαί­ρουν, τόν το­νώ­νουν. Γιά τό μαρ­τύ­ριο ὁ­δη­γεῖ­σαι, τοῦ λέ­νε, μή φο­βη­θεῖς προ­χώ­ρα μπρο­στά καί ὁ Χρι­στός, πού βοή­θη­σε τούς Μάρ­τυ­ρες, θά βο­η­θή­σει καί σέ­να. Σέ λί­γο θά σού δο­θεῖ τό στε­φά­νι τῆς δό­ξας τοῦ οὐ­ρα­νοῦ.

Τή στιγ­μή ὅ­μως τήν ὁ­ποί­α ὁ Γε­ώρ­γιος ἐν­δυ­να­μώ­νε­ται στή φυ­λα­κή ἀ­πό τούς δυ­ό Χρι­στια­νούς κρα­του­μέ­νους, ὁ χότ­ζας φα­να­τί­ζει τόν τουρ­κι­κό ὄ­χλο κα­τά τοῦ Ἁ­γί­ου, ὅ­πως παλαι­ό­τε­ρα φα­νά­τι­ζαν οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι τούς Ἑ­βραί­ους ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Κυ­ρί­ου. Καί ξη­με­ρώ­νον­τας Πέμ­πτη ὁ­δη­γοῦν καί πά­λι τόν Ἅ­γιο στόν Κα­τή μέ­σα ἀπό τίς κραυ­γές τοῦ ὄ­χλου. Ἐδῶ τόν πα­ρα­κι­νοῦν καί πά­λι μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἐ­πι­μο­νή νά τουρ­κέ­ψει. Ἀλ­λά αὐ­τός ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει σταθερά τήν γνω­στή φρά­ση:

—Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα, Χρι­στια­νός εἶ­μαι, Χρι­στια­νός θά πε­θά­νω!

Τί ἀ­κο­λού­θη­σε κα­τό­πιν, ὅ­ταν καί πά­λι τόν κλεί­νουν στή φυ­λα­κή, εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πε­ρι­γρά­ψει κα­νείς. Τόν βα­σα­νί­ζουν μέ ἀγ­κά­θια στά νύ­χια, τόν δέ­νουν στό ξύ­λο, τοῦ βά­ζουν πέ­τρα βα­ριά στό στῆ­θος. Καί ὁ Ἅ­γιος ἀ­πτό­η­τος δο­ξά­ζει τόν Θε­ό, κοι­μᾶ­ται ἤ­ρε­μος καί πε­ρι­μέ­νει τήν ἱ­ε­ρή στιγ­μή. Τε­λι­κά οἱ ἄρ­χον­τες συγ­κα­τα­νεύ­ουν καί ὑ­πο­γρά­φουν τήν καταδίκη. Ἕ­νας ἀ­κό­μη δί­και­ος, ἕ­νας ἅ­γιος, στέλ­νε­ται στήν ἀγ­χό­νη!

Δευ­τέ­ρα 17 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1838. Ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­ορ­τῆς τοῦ ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου. Ὥ­ρα 10 τό πρω­ί. Πέντε σκλη­ροί δή­μιοι ἀ­πο­σύ­ρουν τόν Γε­ώρ­γιο ἀ­πό τή φυ­λα­κή. Οἱ δυ­ό Χρι­στια­νοί φυλακι­σμέ­νοι τόν ἐ­νι­σχύ­ουν. Ἀν­δρί­ζου, τοῦ λέ­νε. Πρό­σε­χε μή φο­βη­θεῖς. Μέ­χρι τέ­λους κρά­τη­σε τήν πί­στη σου. Λί­γος πό­νος στή γῆ κι ἔ­πει­τα ἡ χα­ρά τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Καί ὁ Ἅ­γιος μέ χα­ρά πού ἔ­λαμ­πε στό πρό­σω­πο ἀ­σπά­σθη­κε τούς κα­λούς του φί­λους καί ἔ­φυ­γε. Ἔ­τρε­χε γιά τό μαρ­τύ­ριο μέ τό­ση προ­θυ­μί­α, μέ ὅ­ση τό δι­ψα­σμέ­νο ἐ­λά­φι πρός τήν πη­γή. Ἀλλά πού ἀλλοῦ κα­τευ­θυ­νό­ταν, πα­ρά στήν πη­γή τῆς χα­ρᾶς καί κά­θε εὐ­λο­γί­ας, τόν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ; Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στήν πλα­τεί­α, ἡ ὁ­ποί­α φέ­ρει σή­με­ρα τό ὄ­νο­μά του (ὁδός Νεομάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου) ἔ­ξω ἀ­πό τό κά­στρο, ἑ­τοι­μά­στη­καν. Ἐδῶ εἶ­ναι ὁ τό­πος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του.

—Τι εἶ­σαι σύ; τόν ρω­τοῦν.

—Χρι­στια­νός εἶ­μαι, ἀ­παν­τᾶ ἐ­κεῖ­νος. Προ­σκυ­νῶ τόν Χρι­στό μου καί Θε­ό μου.

Αὐ­τό ἦ­ταν ὅ­λο. Τούς ἔ­φθα­νε. Τοῦ ἔ­λυ­σαν τά χέ­ρια καί τοῦ εἶ­παν νά ἑ­τοι­μα­σθεῖ. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἄ­νοι­ξε τό στό­μα του καί εἶ­πε: Ἀ­δελ­φοί Χρι­στια­νοί, σχωρέ­στε μέ καί ὁ Θε­ός σχω­ρέ­σει σας. Ἔ­βα­λαν τήν τρι­χιά στόν λαι­μό, τήν τρά­βη­ξαν καί ὁ Ἅ­γιος κρε­μα­σμέ­νος στήν ἀγ­χό­νη πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του. Ἐ­κεῖ, ἐ­πά­νω στό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο θά μπο­ροῦ­σαν νά γρά­ψουν, ὅ,τι ὁ ὑ­μνο­γρά­φος ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­ψα­λε. «Οὖ­τον τόν γεν­ναῖ­ον οὐκ ἔ­καμ­ψαν βά­σα­νοι, οὐ θω­πεῖ­αι τυ­ράν­νων, οὐκ ἄν­θος νε­ό­τη­τος, οὐ στοργή γυ­ναι­κός, οὐ­δ’ ὁ πό­θος τοῦ νε­ω­τά­του υἱοῦ αὐ­τοῦ, ἀλ­λά σκύ­βα­λα ἠ­γή­σα­το πάν­τα, ἵ­να Χρι­στόν κερ­δή­σῃ».

Τρεῖς μέ­ρες ἔ­μει­νε κρε­μα­σμέ­νο στήν ἀγ­χό­νη τό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο κι ἔ­πει­τα νύ­κτα οἱ Χρι­στια­νοί τό ξε­κρέ­μα­σαν καί μέ τι­μές Μάρ­τυ­ρος καί εὐ­λά­βεια βα­θειά τό ἐν­τα­φί­α­σαν δί­πλα στό ἱ­ε­ρό Βῆ­μα τοῦ Μη­τρο­πο­λι­τι­κοῦ Να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, ὅ­που φυ­λασ­σό­ταν γιά πολλά χρό­νια.

Στίς 19 Σε­πτεμ­βρί­ου 1839 ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Ἰ­ω­αν­νί­νων Ἰ­ω­αν­νί­κιος μέ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια ἀ­νέ­φε­ρε τά γε­γο­νό­τα, τήν θαυ­μα­στή ὁ­μο­λο­γί­α, τό ἔν­δο­ξο μαρ­τύ­ριο τοῦ Γε­ωρ­γί­ου στόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Γρη­γό­ριο. Καί ὁ Πα­τριά­ρχης μέ τήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο ἐ­ξέ­δω­σε τό­μο, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­κη­ρύσ­σε­ται ὁ νε­ο­μάρ­τυς Γε­ώρ­γιος Ἅ­γιος τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας «συ­να­ριθ­μού­με­νος καί κα­τα­τασ­σό­με­νος ἐν τῷ χο­ρῷ τῶν μέ­χρι τοῦ­δε ἀ­πό τῆς Ὀρ­θο­δόξου τοῦ Χρι­στοῦ πί­στε­ως μαρ­τυ­ρη­σάν­των Ἁ­γί­ων, τι­μώ­με­νος πα­ρά πάν­των τῶν πι­στῶν, προ­σκυ­νού­με­νος, εὐ­λα­βού­με­νος καί ἐ­τη­σί­αις μνή­μαις... τῇ ιζ΄ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου... Εἰς τι­μήν μέν τοῦ Μάρ­τυ­ρος, εἰς δό­ξαν δέ τοῦ ἐν ἁ­γί­οις θαυ­μα­στοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν».

26 Ὀ­κτω­βρί­ου 1971. Ἑ­ορ­τή τοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου τοῦ Μυ­ρο­βλύ­του. Πλειά­δα ἁ­γί­ων Ἱ­ε­ραρ­χῶν, ὅ­λοι οἱ Μη­τρο­πο­λί­τες τῆς Ἠ­πεί­ρου, μέ­σα στό μι­κρό πα­ρεκ­κλή­σιο τοῦ Ἁ­γί­ου, ὅ­που καί ὁ τά­φος του, κά­νουν τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν Ἱ­ε­ρῶν του λει­ψά­νων. Κι ἔ­πει­τα σχη­μα­τί­ζε­ται ἡ Ἱ­ε­ρά πομ­πή καί μέ­σα σέ ἀ­ση­μέ­νια λει­ψα­νο­θή­κη με­τα­φέ­ρον­ται τά ὀ­στά στόν περικαλλῆ νε­όδ­μη­το να­ό του, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­γει­ραν εὐ­­λα­βι­κοί Ἠ­πει­ρῶ­τες, μέ τίς οἰ­κο­νο­μί­ες τους οἱ ξε­νι­τε­μέ­νοι, μέ τό πε­ρίσ­σευ­μά τους ἄλ­λοι, μέ τό ὑ­στέ­ρη­μά τους οἱ πολ­λοί, μέ τήν τέ­χνη τους οἱ τε­χνί­τες καί μέ τήν ἀ­γά­πη τους ὅ­λοι. Ἐ­κεῖ ἐ­να­πέ­θε­σαν καί ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χουν τά ἱ­ε­ρά λεί­ψα­να τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου, τοῦ πο­λι­ού­χου τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων. Καί ἑορτά­ζει ἡ πό­λη καί ὅ­λη ἡ Ἤ­πει­ρος καί ἡ Ἑλ­λά­δα τήν ἱ­ε­ρή μνή­μη του καί ἑ­δραι­ώ­νον­ται στήν πί­στη, στά ἱ­ε­ρά ἰ­δα­νι­κά, τήν ἀ­γά­πη στόν Χρι­στό καί τήν Πα­τρί­δα, τήν προ­σή­λω­ση στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Καί ἐ­πα­να­λαμ­βά­νου­με ὅ­λοι μα­ζί: «Χρι­στια­νοί γεν­νη­θή­κα­με, Χρι­στια­νοί εἴ­μα­στε καί ὡς Χρι­στια­νοί ζοῦ­με. Χρι­στια­νοί καί Ὀρ­θό­δο­ξοι θά πε­θά­νου­με».

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἦ­χος πλ. α΄.

Τόν πα­νεύ­φη­μον Μάρ­τυν Χρι­στοῦ Γε­ώρ­γιον,
Ἰ­ω­αν­νί­νων τό κλέ­ος καί πο­λι­οῦ­χον στερ­ρόν,
ἐγ­κω­μί­ων ἄ­σμα­σιν ἀ­νευ­φη­μή­σω­μεν·
ὅ­τι ἐ­νή­θλη­σε λαμ­πρῶς καί κα­τή­νεγ­κεν ἐ­χθρόν τοῦ Πνεύ­μα­τος τῇ δυ­νά­μει
καί νῦν ἀ­παύ­στως πρε­σβεύ­ει ὑ­πέρ τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀθλητές Στεφανηφόροι»
Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πού να δείτε πώς ΕΥΩΔΙΑΖΟΥΝ τα άγια λείψανα του στους Γερασιμαίους, στην Μικρή Αγία Άννα, οι οποίοι έχουν ως ευλογία μέρος τους. Τις πρεσβείες του να έχουμε.

Μπορείτε να δείτε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις του ιστολογίου μας πατώντας το Παλαιότερες αναρτήσεις (δείτε δεξιά)