15/4/10

Ανδρέας Κατράκης, Χωρισμός Κράτους- Εκκλησίας (με αναφορές στο μάθημα των θρησκευτικών και τα θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία)

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 16/4/2010
ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ — ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Γράφει ὁ κ. Ἀνδρέας Κατράκης, Ε.Τ. Ἀρεοπαγίτης
ΠΛΗΘΑΙΝΟΥΝ, κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια, οἱ φωνές, γιὰ χωρισμὸ τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, χωρίς, τὶς περισσότερες φορές, νὰ ἐννοοῦν τὴν ἀκριβῆ σημασία τοῦ ὅρου ΧΩΡΙΣΜΟΣ. Ἄλλωστε, ἀνέκαθεν ὑπῆρχε διάσταση ἀντιλήψεων, ὡς πρὸς τὴν πραγματικὴ ἔννοιά του.
Βασικὸ κριτήριο, γιὰ τὴν ὀρθὴ ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος, ἀποτελεῖ τὸ ἱστορικὸ γεγονός, ὅτι τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος, κατὰ τὴν μακρόχρονη μεταχριστιανικὴ ἱστορία του, εἶναι ταυτισμένο μὲ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ θρησκεία, καὶ ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαός, στὴ μεγάλη πλειοψηφία του, ἀσπάζεται τὶς μεταφυσικὲς θέσεις τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, βιώνοντάς τις, ἄλλος σὲ μικρότερο καὶ ἄλλος σὲ μεγαλύτερο βαθμό, σύμφωνα μὲ τὶς δοξασίες της.....
Ἕνας ἄλλος παράγοντας, ποὺ πρέπει νὰ ληφθεῖ ὑπόψη γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τοῦ ὅλου ζητήματος, ἔχει σχέση μὲ τὶς ἔννοιες Κράτους καὶ Ἐκκλησίας. Κράτος, στὴν ἐπίσημη πολιτειολογικὴ σημασία τοῦ ὅρου, εἶναι λαὸς ὀργανωμένος νομοθετικὰ σὲ ἑνιαία δομὴ ἐξουσίας, τὴν ὁποία ἀσκεῖ μὲ τοὺς νομίμως ἀπὸ αὐτὸν ἐκλεγόμενους ἀντιπροσώπους.Μὲ ἄλλα λόγια, Κράτος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ λαός, ποὺ ζεῖ ὀργανωμένα σὲ ὁρισμένη ἐδαφικὴ περιφέρεια. Ὑπάρχει δηλαδὴ ἐννοιολογικὴ ταύτιση τῶν ὅρων «Κράτος» καὶ «λαός».
Ἀναλύοντας στὴ συνέχεια τὸν ὅρο « Ἐκκλησία» , παρατηροῦμε ὅτι κατὰ τὴν ἐπίσημη ἐκκλησιολογική του ἔννοια,Ἐκκλησία δὲν εἶναι τὸ σύνολο τῶν λειτουργιῶν της ἤ τῶν ἱερῶν ναῶν, ἀλλὰ ὅλος ἀνεξαιρέτως ὁ λαός, ἤτοιτὰ ἄτομα, ποὺ συγκροτοῦν τὸ πλήρωμα τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Θρησκείας ὁρισμένης ἐδαφικῆς περιοχῆς. Δηλαδή, ὁ ἴδιος ὁ λαός, ποὺ συγκροτεῖ τὴν ἔννοια τοῦ Κράτους συγκροτεῖ καὶ τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐνόψει αὐτῶν τῶν δεδομένων, κατὰ τὴν θεώρηση τοῦ ζητήματος χωρισμοῦ Κράτους – Ἐκκλησίας, δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθεῖ αὐτὴ ἡ πραγματικότητα. Πρόκειται, συνεπῶς, γιὰ καίριο ζήτημα, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ ὄχι κυρίως τὴν ἡγεσία τοῦ Κράτους, δηλαδὴ τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνηση ἢ τὴν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τὴν Ἱεραρχία τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸ λαό, ποὺ ἀπαρτίζει τόσο τὸ Κράτος ὅσο καὶ τὴνἘκκλησία, στὴν οὐσιαστική τους ὑπόσταση.
Κατ᾽ ἀρχήν, ὅταν μιλᾶμε γιὰ χωρισμὸ Κράτους – Ἐκκλησίας, εἶναι σὰν νὰ ζητᾶμε νὰ διχοτομήσουμε ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ σῶμα. Ἔτσι, δὲν εἶναι ὀρθὸ νὰ λέγεται, ὅτι ὁ χωρισμὸς αὐτὸς διαλαμβάνει, ὅπως ἐπιδιώκεται νὰ νοηθεῖ ἀπὸ ὁρισμένους θιασῶτες του, τὴν ἀπαγόρευση διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα, τὴν κατάργηση τῆς προσευχῆς σὲ αὐτά, τὴν ἀφαίρεση τῶν εἰκόνων τῶν ἁγίων ἀπὸ τοὺς δημόσιους χώρους, τὴν κατάργηση τῆς ὁρκωμοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ἄλλων κρατικῶν λειτουργῶν κατὰ τὴν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων τους, τὴν μὴ παρουσία τῶν προσώπων αὐτῶν κατὰ τὶς ἐπίσημες θρησκευτικὲς ἑορτές, τὴν ἀφαίρεση τοῦ σταυροῦ ἀπὸ τὸν ἱστὸ τῆς σημαίας, τὴν κατάργηση τῆς μισθοδοσίας τῶν κληρικῶν ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο, τὴν κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ γάμου. Διότι, τόσο τὰ σχολεῖα, ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι δημόσιοι χῶροι, ἀνήκουν στὸ ἑνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο σύνολο τοῦ λαοῦ, ποὺ συγκροτεῖ τὶς ἔννοιες Κράτους – καὶ Ἐκκλησίας, καὶ δὲν νοεῖται οἱοσδήποτε χωρισμὸς τῆς μορφῆς αὐτῆς, ἐνῶ, ἀπὸ τὴν ἑνιαία ἐξουσία τοῦ ἴδιου λαοῦ πηγάζουν καὶ οἱ λοιπὲς προαναφερόμενες ρυθμίσεις. Μέσα ἀπὸ τὶς ἴδιες ἀντιλήψεις τῆς ἐπιδιωκόμενης αὐτῆς κατάργησης, ποὺ τὴν ὀνομάζουν χωρισμὸ Κράτους – Ἐκκλησίας, φθάσαμε καὶ στὸ σημεῖο νὰ ὑποστηρίζεται ἀπὸ ὁρισμένα ἄτομα, ὅτι ἡ κατάργηση ἐπιβάλλεται, γιατί, ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἄλλους λόγους, ποὺ δὲν τοὺς προσδιορίζουν, θίγονται συνειδησιακὰ καὶ ὁρισμένες μειοψηφίες ἀλλοδαπῶν (μεταναστῶν κλ.π.), οἱ ὁποῖες δὲν ἀσπάζονται τὶς ἀρχὲς τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας, ἀλλὰ ἀκολουθοῦν τὶς δοξασίες ἄλλης θρησκείας. Δηλαδή, μιὰ μικρὴ μειοψηφία ἀτόμων, ἀπαιτεῖ τὴν αὐτοκατάργηση τῶν πολιτιστικῶν θέσεων τῆς πλειοψηφίας, κατὰ παράβαση τῆς γενικῶς ἰσχύουσας δημοκρατικῆς Ἀρχῆς, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, ἡ πλειοψηφία καὶ ὄχι ἡ ὅποια μειοψηφία εἶναι ὁ ρυθμιστὴς τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτιστικῶν της βιωμάτων, χωρὶς φυσικὰ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου νὰ θίγονται τὰ δικαιώματα καὶ τῆς μειοψηφίας, μὲ τὴν ἔννοια, εἰδικότερα, ἐν προκειμένῳ, ὅτι ἡ μειοψηφία εἶναι ἐλεύθερη νὰ διαβιώνει καὶ νὰ πρεσβεύει, κατὰ τὶς θρησκευτικές της δοξασίες, μὴ ἀκολουθώντας τὴν πλειοψηφία, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ἀξιώνει τὴν κατάργηση τῶν δοξασιῶν ἢ συνηθειῶν τῆς πλειοψηφίας, ἐπειδὴ δὲν συμφωνεῖ μὲ αὐτές.
Πέρα ὅμως ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, προβάλλει καὶ ἡ ἑξῆς παράμετρος, σ᾽ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ μειοψηφία τῶν μεταναστῶν (πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον, διότι, μὲ τὴν ὑπεργεννητικότητα, ποὺ τοὺς διακρίνει —ἰδίως τοὺς μωαμεθανοὺς— καὶ τὴν ὑπογεννητικότητα τῶν ἡμεδαπῶν σὲ λίγες δεκαετίες τὰ πράγματα θὰ ἀντιστραφοῦν). Τοὺς δεχθήκαμε καὶ διαβιοῦν στὴ χώρα μας, ἐργαζόμενοι, χωρὶς «νὰ ἀναλάβουμε» καὶ κάποια ὑποχρέωση, ὡς πρὸς τὴν συμβατότητα τῶν πολιτιστικῶν τους γνωρισμάτων σὲ σχέση μὲ τὰ δικά μας πολιτιστικὰ βιώματα. Ἔτσι, τὸ νὰ ἐπιδιώκεται νὰ μεταβάλουμε ἢ νὰ ἀσκοῦμε μὲ «ἐπιφυλακτικότητα» τὰ δικά μας πολιτιστικὰ γνωρίσματα, γιὰ νὰ μὴ « στενοχωροῦνται» οἱ μετανάστες, ποὺ ἔχουν ἄλλες δοξασίες, ἀποτελεῖ, πέραν τῶν ἄλλων, καὶ μορφὴ ἀχαριστίας, γιὰ ὅ,τι πολύτιμο τοὺς προσφέρει ἡ χώρα μας. Δὲν πρέπει, ἀσφαλῶς, νὰ παραγνωρίζεται καὶ ἡ δική τους θετικὴ ἐργασιακὴ συμβολή, στὴν οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς χώρας, αὐτὴ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ .ἀνταλλάσσεται. μὲ τὴν ὅποια ὑποβάθμιση τῶν πολιτιστικῶν μας ἀξιῶν, πολὺ περισσότερο ὅταν κανεὶς δὲν τοὺς ἐμποδίζει, ὅπως προαναφέρεται, εἴτε νὰ διαβιοῦν σύμφωνα μὲ τὰ πολιτιστικά τους γνωρίσματα εἴτε, σὲ περίπτωση ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μᾶς «ἀνεχθοῦν» πολιτιστικά, νὰ ἐπιστρέψουν στὴ χώρα τους.
Καὶ ὅμως, ὅσο καὶ ἂν ἀκούεται περίεργο, ἔχουμε περιπτώσεις ἐκδήλωσης ἀσυμφωνίας αὐτῆς τῆς μορφῆς τόσο στὴ χώρα μας ὅσο καὶ σὲ ἄλλες χῶρες τῆς Εὐρώπης. Σημειώνω, ἐνδεικτικά, ὅτι στὴν Ἰταλία, μουσουλμάνα μητέρα προσέφυγε σὲ διοικητικὸ δικαστήριο, ἀξιώνοντας νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ δημόσιο σχολεῖο —ὅπου φοιτοῦσε τὸ παιδί της—ὁ σταυρὸς καὶ οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων, γιατί ὅπως ἰσχυρίστηκε, «προσβάλλεται» ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση τοῦ παιδιοῦ της. Κάτι ἀνάλογο συνέβη στὴν Ἀγγλία καὶ τὴ Γερμανία. Παρόμοιες «συνειδησιακὲς» φωνὲς ἀκούονται καὶ στὴ χώρα μας, κυρίως ἀπὸ ἡμεδαπούς, οἱ ὁποῖοι θέλουν, δῆθεν, νὰ «προστατεύσουν» τὴ θρησκευτικὴ «συνείδηση» τῶν ἀλλοδαπῶν, στὴν πραγματικότητα, ὅμως, ἐκφράζουν τὸ δικό τους ἀντιθρησκευτικὸ «πιστεύω», μὲ ἄλλοθι τὴν «προστασία» τῆς συνείδησης τῶν ἀλλοδαπῶν.
Πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ἰδιαίτερα, ὅτι ἡ ὀρθὴ θεώρηση τοῦ ζητήματος δὲν ἐκφράζεται μὲ τὸν ὅρο «χωρισμὸς Κράτους – Ἐκκλησίας», ἀλλὰ ὡς προσδιορισμὸς καὶ διάκριση τῶν διοικητικῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, ἔναντι τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς διοικητικῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας ἤ, διαφορετικά, ὡς «διοικητικὴ σχέση Κράτους – Ἐκκλησίας» στὴν ὀργανωτική της μορφή. Μὲ τὴν ἐξειδίκευση αὐτὴ τοῦ ὅλου ζητήματος, ἀνακύπτουν ὁρισμένα ἐπὶ μέρους θέματα, σχετικὰ μὲ τὸ βαθμὸ καὶ τὴν ἔκταση τῆς παρέμβασης τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους —νομοθετικῶν, διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν— σὲ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἐν γένει βιωματικότητα τῆς Ἐκκλησίας, σὲ σχέση πάντοτε καὶ μὲ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς διοικητικῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας στὰ ἴδια ζητήματα, ὥστε νὰ κριθεῖ ἂν θίγεται καὶ σὲ ποιὸ βαθμὸ ἡ αὐτονομία της. Εἰδικότερα, τὸ ζήτημα ποὺ τίθεται εἶναι: Ἡ Διοικοῦσα Ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ εἶναι ἐλεύθερη νὰ ρυθμίζει τὰ θέματα, ποὺ ἀφοροῦν τὴν Ἐκκλησία ἢ πρέπει νὰ ἔχει τὴ σύμφωνη γνώμη τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτικῆς Ἐξουσίας; Τὸ ζήτημα εἶναι διφυὲς ἀπὸ τὴ φύση του: Ἀφενός, ἡ Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀνεξάρτητος διοικητικὸς καὶ λειτουργικὸςφορέας, πρέπει νὰ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ρυθμίζει τὰ ζητήματα, ποὺ ἀφοροῦν τὴν ὑπόσταση καὶ τὴ λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς ἐξωτερικὲς παρεμβάσεις, δεδομένου ὅτι εἶναι ὁ μόνος φορέας, ποὺ ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἀποστολή του εχει αὐτὴ τὴν καταλληλότητα, καὶ ἑπομένως ἁρμοδιότητα. Ἀφετέρου, ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ της, ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει καὶ ἀναπτύσσει τὴ δράση της μέσα στὸ ἴδιο κοινωνικὸ περιβάλλον, ὅπου τὴ γενικότερη νομοθετικὴ καὶ διοικητικὴ ἐποπτεία ἔχει ἡ Κρατικὴ Ἐξουσία, γεγονὸς ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοεῖται. Τὴ χρυσὴ τομὴ στὰ θέματα αὐτὰ θέτει ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὸ ἄρθρο 4 τοῦ ὁποίου ὁρίζεται: «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος ἀποφαίνεται ἐπὶ παντὸς ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν», ἐνῶ, στὴ συνέχεια, προσδιορίζονται εἰδικότερα οἱ ἁρμοδιότητες, οἱ ὁποῖες ἀσκοῦνται τόσο ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, ὅσο, κατὰ περίπτωση, καὶ ἀπὸ τὴ Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο καὶ τὶς ἐπὶ μέρους Συνοδικὲς ἢ Ἐκκλησιαστικὲς Ἐπιτροπές. Ἐξάλλου, στὸν ἴδιο Χάρτη ὁρίζεται πεδίο συνεργασίας (ἄρθ. 9, 10, 13, 14, 15) μεταξύ τῆς Διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας καὶ φορέων τῆς Κρατικῆς Ἐξουσίας, ὅπως, ἡ παρουσία τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων στὶς συνεδριάσεις τῆς Ι.Σ.Ι. , γιὰ τὴν ἐκλογὴ Ἀρχιεπισκόπου ἢ Ἐπισκόπων, ἡ ὁρκωμοσία τῶν λειτουργῶν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ ἀντίστοιχη δημοσίευση στὴν ΕτΚ τῶν οἰκείων Διαταγμάτων, ἡ συμμετοχὴ δικαστικῶν λειτουργῶν σὲ ὁρισμένες ἐκκλησιαστικὲς ἐπιτροπὲς μὲ διαχειριστικὸ χαρακτήρα, ἐνῶ, ὡς ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς Διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας, ὁρίζεται ἡ ἄσκηση αὐτῶν τῶν ἁρμοδιοτήτων σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Συναφῶς, πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται ὡς παρέμβαση τῆς Κρατικῆς Ἐξουσίας στὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ νομικὴ δυνατότητα τῶν λειτουργῶν της νὰ προσφεύγουν στὰ διοικητικὰ δικαστήρια, ὅπως ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολίτες, γιὰ ζητήματα, ποὺ ἀναφύονται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη ἢ ἄλλων διοικητικῶν νόμων, ποὺ φέρονται νὰ τοὺς θίγουν, ἀφοῦ ἡ δυνατότητα τῆς προσφυγῆς αὐτῆς ἀποσκοπεῖ στὴ δική τους προστασία.
Ὅλες αὐτὲς οἱ ρυθμίσεις, καθὼς καὶ ὅσες ἄλλες ἀναφέρονται στὸ Χάρτη ἢ ἄλλους διοικητικοὺς νόμους, δὲν ἔχουν τὴ μορφὴ παρέμβασης τῆς Κρατικῆς Ἐξουσίας στὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἶναι συνάρτηση τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, οἱ Μητροπόλεις καὶ οἱ Ἐνορίες μετὰ τῶν ἐνοριακῶν Ναῶν, εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸν Καταστατικὸ Χάρτη, νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου καὶ μὲ τὴν ἰδιότητα αὐτὴ ἡ συμμετοχὴ ὀργάνων τοῦ Κράτους σὲ ὁρισμένες διοικητικὲς διαδικασίες, ποὺ ἀφοροῦν ἐκκλησιαστικὰ θέματα, δὲν εἶναι ἀσύμβατη, σὲ σχέση μὲ τὴν αὐτονομία και αὐτοδιοίκηση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀνακόλουθο θὰ ἦταν, ἂν ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχε τὴ μορφὴ νόμου, δηλαδὴ .νομοθετικὴ κύρωση., ὁπότε ἡ Ἐκκλησία, στὴ νομική της μορφή, θὰ λογιζόταν ὡς ξένο σῶμα, στὸ πλαίσιο τῆς ἀγαστῆς συνύπαρξης ὅλων τῶν δημοσίων φορέων, ποὺ λειτουργοῦν μέσα στὴν ἴδια ἐπικράτεια καὶ ἀποτελοῦν ὑπόσταση ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ λαοῦ.
Μὲ τὴν ἴδια συλλογιστικὴ τοῦ ὀνομαζόμενου «χωρισμοῦ Κράτους –Ἐκκλησίας» —ἤτοι, τῆς πλήρους ἀνεξαρτητοποίησης τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία— ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶχε τὴ μορφὴ καὶ θὰ λειτουργοῦσε ὡς σωματεῖο «ἰδιωτικοῦ δικαίου», κάτι ποὺ δὲν θὰ ἦταν σύμφωνο, προπαντός, μὲ τὴν ἐν γένει πνευματικὴ καὶ κοινωνική της ἀποστολή, ὅπως αὐτὴ ἔχει διαμορφωθεῖ κατὰ τὸ μακρόχρονο διάστημα τῶν δύο χιλιετηρίδων ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Συγχαρητήρια για το άρθρο σας!

Αλέξανδρος

Μπορείτε να δείτε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις του ιστολογίου μας πατώντας το Παλαιότερες αναρτήσεις (δείτε δεξιά)