22/7/11

Νικόλαος Σωτηρόπουλος, Κριτική στο βιβλίο του Γ.Πατρώνου «Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ, Μιὰ ἐκσυγχρονιστικὴ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση» (2)

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 15/7/2011
ΘΕΟΛΟΓΙΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΟΦΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Τοῦ κ. Ν. Σωτηροπούλου, θεολόγου – φιλολόγου
(2ον)
Συνεχίζουμε τήν κριτική τοῦ βιβλίου τοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογίας κ. Γεωργίου Πατρώνου μέ τον τίτλο «Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ. Μιά ἐκσυγχρονιστική ἑρμηνευτική προσέγγιση». Στό παρόν ἄρθρο θά κρίνωμε τή γνώμη τοῦ κ. καθηγητοῦ γιά τήν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἰωάννου ἐξ ἐπόψεως προφητικῆς καί ἀποκαλυπτικῆς.
Στή σελ.40 τοῦ βιβλίου του ὁ κρινόμενος συγγραφεύς γράφει ὡς τίτλο παραγράφου: Τό «προφητικό» καί «ἀποκαλυπτικό» στοιχεῖο στήν Ἀποκάλυψη. Τίς λέξεις «προφητικό» καί «ἀποκαλυπτικό» θέτει ἐντός εἰσαγωγικῶν, γιά νά δείξῃ ὅτι τήν Ἀποκάλυψι δέν παραδέχεται ὡς βιβλίο προφητικό καί ἀποκαλυπτικό. Καί στή σελ. 60 τον συγγραφέα τῆς Ἀποκαλύψεως ἀναφέρει ὡς «προφήτη» καί «ἀποκαλυπτή» ἐπίσης ἐντός εἰσαγωγικῶν, γιά νά δείξη ὅτι δέν παραδέχεται τόν Ἰωάννη ὡς προφήτη καί φορέα ἀποκαλύψεων... «Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης», γράφει, «δεν εἶναι ἕνας καινοδιαθηκικός Ἠσαΐας, Ἰερεμίας, Ὠσηέ ἤ Μιχαΐας» (σελ 42). Δέν εἶνε προφήτης «γιά νά προφητέψει κάποια μελλοντικά ἐρχόμενα γεγονότα» (σελ.42). Καί ἄρα κακῶς ἡ Ἀποκάλυψι ὁμιλεῖ γιά μελλοντικά γεγονότα (αʼ1,19) καί κακῶς χαρακτηρίζεται, πολλές μάλιστα φορές (αʼ3, ιθʼ 10 κ.ἄ.), ὡς προφητεία!

Γράφει ἐπίσης γιά τήν Ἀποκάλυψι, ὅτι «δέν εἶναι ἀποκαλυπτικό κείμενο καί δέν μπορεῖ μέ κανένα τρόπο νά ἐνταχθεῖ στήν ἀποκαλυπτική γραμματεία» (σελ. 44). Το αὐτό λέγει καί στή σελ. 41. Ὅπως φαίνεται, κακῶς τό τελευταῖο βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῆς ὅλης ἉγίαςΓραφῆς ἀρχίζει μέ τη λέξι «Ἀποκάλυψις» καί κακῶς ὀνομάζεται μέ αὐτή τή λέξι!

Ὁ κ. Πατρῶνος γιά τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως γράφει: «Ἡ σχολική θεολογία τό κατατάσσει, ὡς γνωστόν, στά προφητικά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, καί μάλιστα το χαρακτηρίζει ὡς τό μοναδικό κείμενο αὐτοῦ τοῦ εἴδους, διακρίνοντάς το ἔτσι ἀπό τό σύνολο τῶν ἱστορικῶν, ἀλλά καί τῶν ποιμαντικῶν ἔργων» (σελ. 41). Ἐπίσης γράφει: «Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη δέν μπορεῖ νά θεωρεῖται ὡς το μοναδικό προφητικό βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης, πού ἔρχεται να μᾶς ἀποκαλύψει δῆθεν κάποια οὐράνια μυστικά μέ ἕνα μελλοντολογικό τρόπο γραφῆς, καί ὅτι χρειαζόμαστε νά μυηθοῦμε στόν τρόπο σκέψης τοῦ ἱεροῦ συγγραφέα, γιά νά λύσουμε τό “μυστήριο τῶν σημείων”, πού πρόκειται νά συμβοῦν στό μέλλον. Αὐτό εἶναι μία ἁπλοϊκή σχολική ἀντίληψη γιά την Ἀποκάλυψη» (σελ. 68).

Τί ἐννoεῖ ὁ κ. καθηγητής μέ τις φράσεις «σχολική θεολογία» και «ἁπλοϊκή σχολική ἀντίληψη για τήν Ἀποκάλυψη»; Τό Πανεπιστημιακό Ἵδρυμα, στό ὁποῖο φοίτησε καί στό ὁποῖο δίδαξε, δέν εἶνε Σχολή, Θεολογική Σχολή; Γιατί ὁ ὑποτιμητικός λόγος του γιά «σχολική Θεολογία» καί «ἁπλοϊκή σχολική ἀντίληψη» περί Ἀποκαλύψεως; Γιατί ἐπίσης ἐκεῖνο τό «δῆθεν» στή φράσι γιά τήν Ἀποκάλυψι, ὅτι «ἔρχεται νά μᾶς ἀποκαλύψει δῆθεν κάποια οὐράνια μυστικά»; Ἄν ἡ Ἀποκάλυψι δέν ἀποκαλύπτῃ, δέν εἶνε Ἀποκάλυψι, εἶνε, γιά να χρησιμοποιήσωμε ταπεινή λαϊκή ἔκφρασι, σκορδαλιά χωρίς σκόρδο! Γιατί ἀκόμη καί ἐκεῖνος ὁ λόγος γιά «τόν τρόπο τῆς σκέψης» τοῦ συγγραφέως τῆς Ἀποκαλύψεως; Ἡ Ἀποκάλυψι εἶνε ἔργο «σκέψεως» τοῦ Ἰωάννου ἤ έργο θείας ἐμπνεύσεως καί ἀποκαλύψεως;

Κατά τόν κ. Πατρῶνο ἡ Ἀποκάλυψι εἶνε ἔργο ἀνθρωπίνης συλλήψεως, ὄχι θείας ἀποκαλύψεως. Στη σελ. 55 γράφει γιά τόν Ἰωάννη ἐξόριστο στήν Πάτμο: «Ἐκεῖ πιθανῶς νά συνέλαβε γιά πρώτη φορά την ἰδέα τῆς συγγραφῆς ἑνός ἔργου γιά τό παρόν τῆς ἱστορίας κλπ.». Στή σελ. 56 γράφει ὅτι ἡ Ἀποκάλυψι εἶνε «ἔργο μιᾶς ὑψηλῆς σύλληψης». Καί στή σελ. 53 γράφει, ὅτι ἡ Ἀποκάλυψι δέν γράφτηκε «ἐφʼ ἅπαξ» στό σπήλαιο τῆς Πάτμου. Καί, «Μᾶλλον πρόκειται για ἕνα φιλολογικό καί θεολογικό δημιούργημα ὑψηλῆς σύλληψης και ἔμπνευσης καί μεθοδικῆς καταγραφῆς ἱστορικῶν γεγονότων σε διάφορα στάδια καί διαφορετικές χρονικές περιόδους, πού ξεκίνησε ἀπό τή δεκαετία τοῦ 60 καί ὁλοκληρώθηκε περί τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 90 μ.Χ., μέ τήν ἐνσωμάτωση στό κείμενο καί τίς περίφημες ἑπτά ἐπιστολές, ποιμαντικῆς φύσεως, πού ἀσφαλῶς θα ἐστάλησαν ἀπό τόν ἀπόστολο Ἰωάννη πρός τίς τοπικές ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κατά διαφορετικές χρονικές περιόδους». Ὁ ἀγράμματος λοιπόν ψαρᾶς Ἰωάννης, ὅπως μέ τό δίχτυ του συνελάμβανε ψάρια, ἔτσι μέ τό μυαλό του καί τή σκέψι του «συνέλαβε» καί δημιούργησε καί τό «ὑψηλῆς σύλληψης» ἔργο τῆς Ἀποκαλύψεως! Καί δέν τό ἔγραψε «ἐφ ʼἅπαξ» στήν Πάτμο, ἀλλά «σέ διάφορα στάδια καί διάφορες χρονικές περιόδους» ἀπό τή δεκαετίατοῦ 60 μέχρι τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 90!

Ἄς ἐπιτρέψῃ δέ ὁ κ.καθηγητής νά εἰποῦμε ὅτι στό βιβλίο του περιέχονται καί γραμματικά λάθη. Στό δέ ἀπόσπασμα, τό ὁποῖο παραθέσαμε προηγουμένως, περιέχεται σοβαρό λάθος ἀσυνταξίας. Γράφει «μέ τήν ἐνσωμάτωση στο κείμενο καί τίς περίφημες ἑπτά ἐπιστολές» ἀντί τοῦ ὀρθοῦ «με τήν ἐνσωμάτωση στό κείμενο και τῶν περιφήμων ἑπτά ἐπιστολῶν». Κατά τόν κ. Πατρῶνο ἡ Ἀποκάλυψι εἶνε ἔργο στοχασμοῦ τοῦ Ἰωάννου. Γράφει γιά τόν μεγάλο ἐξόριστο στήν Πάτμο: « Ἴσως ἐκεῖ στήν ἐρημία, στή μοναξιά τῆς ἐξορίας καί στή σιωπή τοῦ “ἱεροῦ σπηλαίου” τῆς Πάτμου ὁ ἱερός συγγραφέας ἀρχίζει νά στοχάζεται και νά θέλει νά καταγράψει τίς θεολογικές καί κατηχητικές του ἐμπνεύσεις σέ ποιητικό ὕφος καί ἀποκαλυπτικό λόγο» (σελ. 45). Καί πάλι παρουσιάζει τόν Ἰωάννη «νά στοχάζεται θεολογικά, πιθανῶς σέ κάποια ἀπόμερη σπηλιά προσευχῆς καί γόνιμης σιωπῆς» (σελ. 55). Ἐκτός ἀπό τό «στοχάζεται» ἐπισημαίνουμε ὡς λάθος τοῦ κ. καθηγητοῦ καί τό «ἴσως» καί τό «πιθανῶς». Ἡ Ἀποκάλυψι γράφτηκε στην Πάτμο ὄχι ἴσως καί πιθανῶς, ἀλλά βεβαίως.

Κατά τόν κ. Πατρῶνο ὁ ἰδιόμορφος ἀποκαλυπτικός χαρακτήρ τῆς Ἀποκαλύψεως εἶνε ἐπιλογή τοῦ Ἰωάννου. Γράφει ὁ κ.καθηγητής: «Πιθανῶς μέσα σʼ αὐτό τό ἐχθρικό κλίμα ἐπιλέγεται ἐδῶ γιά λόγους προστασίας καί τοῦ ἑαυτοῦ του και τοῦ ποιμνίου του ἀπό τόν ἱερό συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης ἡ μορφή τοῦ ἰδιόμορφου “ἀποκαλυπτικοῦ λόγου”, μιᾶς δηλαδή φιλολογικῆς γλώσσας πολλῶν θεολογικῶν κειμένων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἰδιαίτερα γνωστῆς στούς ἰουδαιοχριστιανικούς θρησκευτικούς κύκλους» (σελ. 45). Γιά τούς πιστούς ἡ συμβολική ἰδιοτυπία τῆς Ἀποκαλύψεως μέ τό μέγα πλῆθος τῶν συμβόλων δέν εἶνε ἐπιλογή τοῦ Ἰωάννου, ἀλλʼ ὑπαγόρευσι τοῦ Θεοῦ.

Ὁ κ. Πατρῶνος ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ συγγραφεύς τῆς Ἀποκαλύψεως «δανείζεται βασικά στοιχεῖα και ἀπό τήν προηγούμενη ἀποκαλυπτική φιλολογία τῶν δύο τελευταίων πρό Χριστοῦ αἰώνων, ἀλλά καί ἀπό τά προφητικά καί ἀποκαλυπτικά κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης». «Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης», λέγει ἐπίσης, «κατά τή συγγραφή τῆς Ἀποκάλυψης εἶχε μπροστά του ὡς βασικά “βοηθήματα” κλασικά κείμενα τῆς προφητικῆς καί ἀποκαλυπτικῆς φιλολογίας, ὅπως ἐκεῖνα τοῦ Ἰεζεκιήλ καί τοῦ Δανιήλ. Ἰδιαίτερα μερικά κεφάλαια τῶν ἔργων αὐτῶν... γίνονται ἄμεση πηγή ἔμπνευσης, ἀλλά καί “βιβλιογραφική” πηγή δανεισμοῦ πολλῶν στοιχείων, πού συνιστοῦν τό ὕφος καί τόν ἀποκαλυπτικό χαρακτήρα τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκάλυψης» (σελ. 46. Βλέπε καί σελ. 52, ὅπου ὁ ἰσχυρισμός τοῦ κ. καθηγητού περί πηγῶν καί δανεισμοῦ γιά τή συγγραφή τῆς Ἀποκαλύψεως ἐπαναλαμβάνεται). Στή σελ. 47 γράφεται: «Δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας, ἀκόμη, ὅτι ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη δέν εἶναι τό μόνο βιβλίο αὐτοῦ τοῦ εἴδους (ἐννοεῖ, τῆς ἀποκαλυπτικῆς φιλολογίας) καί μέ τόν αὐτό χαρακτηριστικό τίτλο. Ὑπάρχει μεγάλος ἀριθμός ὃμοιων κειμένων». Ἐπισημαίνουμε ἐδῶ καί τήν ἀσυνταξία «διαφεύγει τῆς προσοχῆς» ἀντί τοῦ ὀρθοῦ «διαφεύγει τήν προσοχήν». Και στή σελ. 55 γράφεται: «Διαπιστώνεται ὅτι ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη βρίσκεται σέ ἄμεση φιλολογική ἐξάρτηση ἀπό τήν ἀποκαλυπτική γραμματεία τοῦ πρώτου μετά Χριστόν αἰώνα» (Βλέπε καί σελ. 48,49). Ὁ κ. Πατρῶνος δηλαδή δεν δέχεται ὅτι ὁ Ἰωάννης ἔγραφε ὅ,τι ὑπαγόρευε σʼ αὐτόν ὁ Θεός, ἀλλʼ ἔγραφε δανειζόμενος ἀπό διάφορες πηγές, μεταξύ τῶν ὁποίων και ψευδεπίγραφες Ἀποκαλύψεις, χρησιμοποιώντας ἔτσι βιβλιογραφία καί βοηθήματα! Ἔγραφε, ὅπως γράφει κάποιος διδακτορική διατριβή!

Στό 1,10-11 τῆς Ἀποκαλύψεως ὁ Ἰωάννης λέγει, «ἐγενόμην ἐν πνεύματι... καί ἤκουσα φωνήν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος λε- γούσης˙ Ὅ βλέπεις γράψον εἰς βιβλίον». Στό 1,12-16 λέγει, «Καί ἐκεῖ επέστρεψα βλέπειν τήν φωνήν, ἥτις ἐλάλει μετʼ ἐμοῦ. Καί ἐπιστρέψας εἶδον ἑπτά λυχνίας χρυσᾶς κλπ.» Κατά τό 1,19 ὁ Χριστός εἶπε στόν Ἰωάννη, «Γράψον οὖν ἅ εἶδες, καί ἅ εἰσι, καί ἅ μέλλει γίνεσθαι μετά ταῦτα». Στό 12,1 ὁ Ἰωάννης λέγει, «Σημεῖον μέγα ὤφθη ἐν τῷ οὐρανῷ, γυνή περιβεβλημένη τόν ἥλιον κλπ.». Στό 10,4 καί στο 14,2 γράφει, «Καί ἤκουσα φωνήν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ». Καί σέ ἄλλα χωρία τῆς Ἀποκαλύψεως ἀπαντῶνται τέτοιες ἐκφράσεις. Καί οἱ ἐκφράσεις αὐτές σημαίνουν ὅτι ὁ Ἰωάννης περιῆλθε σέ κατάστασι ἐκστάσεως καί εἶδε ὁράματα καί ἄκουσε φωνές γιά μυστικά τοῦ οὐρανοῦ καί γεγονότα τοῦ μέλλοντος, ὅπως οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καί ἔτσι ἔγραψε τήν Ἀποκάλυψι.

Ἀλλʼ ὁ κ.καθηγητής δέν παραδέχεται ἐκστατική καί ὁραματική κατάστασι στόν Ἰωάννη. Καί προσπαθεῖ νά πείσῃ γιʼαὐτό μέ ἀφόρητη πολυλογία και παλιλλογία. Γράφει: «Μποροῦμε νά ποῦμε χωρίς κανένα ἐνδοιασμό πλέον, ὅτι ἡ ἀποκαλυπτική γλώσσα, οἱ εἰκόνες καί τά σύμβολα, πού χρησιμοποιεῖ εὐρύτατα ὁ Ἰωάννης... δέν ἀποτελοῦν καρπό κάποιας ὁραματικῆς σύλληψης σέ στιγμές ἐκστατικές, ἀλλά ἐκφράζουν τό βασικό καί πλούσιο ἤδη ὑπάρχον ὑλικό ἑνός ἰδιόμορφου φιλολογικοῦ εἴδους, πού εἶχε ἐπιβληθεῖ καί κυριαρχήσει σέ μεγάλη ἔκταση μέσα στούς θρησκευτικούς καί θεολογικούς κύκλους μιᾶς εὐρύτατης χρονικῆς περιόδου, κυρίως ἀπό τό 200 π.Χ. ἕως τό 100 μ.Χ.» (σελ. 46). «Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, ἑπομένως, δέν εἶναι ἕνα ὁραματικό κείμενο καί καρπός ἐκστατικῶν καταστάσεων» (σελ. 49). «Ἡ Ἀποκάλυψη, ἑπομένως, δέν μπορεῖ νά εἶναι προϊόν ὁραματικῶν καί ἐκστατικῶν παθολογικῶν καταστάσεων» (σελ. 56). «Ὅταν ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης χρησιμοποιεῖ ἐδῶ τίς κλασικές για τήν ἀποκαλυπτική γλώσσα ἐκφράσεις στήν Ἀποκάλυψή του, ὅπως “ἐγενόμην ἐν πνεύματι...” (Ἀποκ. 1,10), “ὅ βλέπεις γράψον...” (στίχ.11) ἤ “σημεῖον μέγα ὤφθη ἐν τῷ οὐρανῷ...” (12,1) καί “ἤκουσα φωνήν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ...” (10,14˙ 14,2 κ.ἄ) καί πλῆθος ἄλλων παρομοίων (ἀντί τοῦ ὀρθοῦ, καί πλῆθος ἄλλες παρόμοιες), δέν πρέπει να ἐκλαμβάνονται ὅτι ἀντικατοπτρίζουν κάποιες ἐκστατικές ὁραματικές καταστάσεις, ἀλλʼ ὅτι χρησιμοποιοῦνται μέ τήν εἰδική τεχνική σημασία τῆς ἀποκαλυπτικῆς ὁρολογίας» (σελ. 50-51).

Συμφώνως πρός αὐτές τίς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Πατρώνου ὁ Ἰωάννης στήν πραγματικότητα δέν ἐγένετο ἐν πνεύματι, δέν εἶδε τίποτε, δέν ἤκουσε τίποτε, δέν ἔλαβε καμμίαν ἐντολήν παρά τοῦ Κυρίου να γράψῃ, ἀλλ’ ἔγραψεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τήν Ἀποκάλυψί του, μιμούμενος τούς συγγραφεῖς τῶν ψευδεπιγράφων Ἀποκαλύψεων! Μέ ἄλλα λόγια ὁ Ἀπόστολος μᾶς ἐμπαίζει, κοινῶς μᾶς κοροϊδεύει! Μέ τά θεολογικά μυαλά τοῦ κ. Πατρώνου θά μποροῦσε κανείς νά εἰπῇ ὅτι καί ὁ Παῦλος στό δρόμο πρός τή Δαμασκό δέν εἶδε κανένα ὅραμα, ἀλλ’ ὡμίλησε γιά ὅραμα πρός ἐντυπωσιασμό, χρησιμοποιώντας εὐσεβῆ ἀπάτη (fraus pia)!

Κατά τόν ἐκσυγχρονιστή Πατρῶνο, ἄν δεχθοῦμε ὅτι ὁ συγγραφεύς τῆς Ἀποκαλύψεως περιῆλθε σέ ἐκστατική καί ὁραματική κατάστασι, πρέπει νά δεχθοῦμε καί ὅτι δέν εἶχε σώας τάς φρένας. Στή σελ. 62 γράφει ὁ κ.καθηγητής: «Οἱ ἀναφερόμενες συχνά “ἐκστατικές”καταστάσεις, πού μπορεῖ να συμβοῦν στή ζωή κάποιων ἀνθρώπων, εἶναι πολύ σπάνιες καί βιολογικά ἐπικίνδυνες». Στήν αὐτή σελίδα ὁμιλεῖ περί «ὑποτιθέμενης “ἐκστατικῆς” ἐμπειρίας», «θρησκευτικῆς παθολογίας» καί «καθαρά ψυχονευρωτικῆς παθογένειας». Στήν αὐτή δέ πάλι σελίδα γράφει: «Στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας και ὑπό τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λειτουργεῖ κανείς μέ “σώας τάς φρένας” καί ὄχι “ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον”« (Μᾶρκ. 9,17).

Ἐπισημαίνουμε ἐδῶ ἄλλο σοβαρό συντακτικό λάθος. Ἡ αἰτιατική «ἔχοντα» ἔπρεπε νά μεταβληθῇ σε ὀνομαστική «ἔχων». Ὅπως ὁ κ. καθηγητής κάνει γραμματικά λάθη, ἔτσι κάνει καί θεολογικά λάθη...

Στή σελ. 51 γράφει: «Ἀλίμονο ἄν δεχθοῦμε ὅτι ὁ ἱερός συγγραφέας βρισκόταν σέ ὁραματικές ἐκστατικές καταστάσεις, ὅταν ἔγραφε τό κείμενο αὐτό. Τότε πολλοί θά εἶχαν τό δικαίωμα, ὅπως κι ἔχει συμβεῖ, νά μιλοῦν γιά ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Ἐμεῖς, πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰωάννης, ὅταν ἔγραφε τήν Ἀποκάλυψη, εἶχε “σώας τάς φρένας”, δέν βρισκόταν σέ ἐκστατική θρησκευτική παράκρουση καί οὔτε σέ κατάσταση “γεροντικῆς παράνοιας”». Ὁ κ. Πατρῶνος θεωρεῖ ὑγιῆ διανοητικῶς τόν ἀπόστολο Ἰωάννη ὑπό τόν ὃρο, ὅτι δέν ἔγραψε σέ κατάστασι ἐκστάσεως καί ὁραματισμοῦ. Ἄν ἔγραφε σέ τέτοια κατάστασι, ὁ Θεός θά ἀδυνατοῦσε να κρατήσῃ σώας τάς φρένας του!

Μέ ἀφόρρητη ἐπίσης πολυλογία καί παλιλλογία ὁ ἐκσυγχρονιστικός ἑρμηνευτής τῆς Ἀποκαλύψεως προσπαθεῖ νά πείσῃ, ὅτι ὁ Ἰωάννης δέν προφήτευσε «μελλοντικά ἐρχόμενα γεγονότα». «Ἄν συνέβαινε αὐτό», διατείνεται, «τότε θα εἴχαμε κάποια ἀντιστοιχία μέ το ἔργο τῶν “σιβυλλῶν” καί τῶν “μάντεων” τῆς ἀρχαιότητος ἤ μέ τις διεργασίες διαφόρων φαινομένων τῆς σύγχρονης παραψυχολογίας καί τοῦ πνευματισμοῦ» (σελ.42). Στή σελ. 53 ὁ κ. Πατρῶνος γράφει ὅτι θεωρεῖ δεδομένη «τή θεοπνευστία» τῆς Ἀποκαλύψεως, «χωρίς ὅμως τοῦτο νά σημαίνει ὅτι πρέπει νά ἀποδεχθοῦμε τίς λαϊκές ἀντιλήψεις περί πραγματικῶν ὁραματικῶν ἐμπειριῶν καί ἐκστατικῶν καταστάσεων κατά τή σύλληψη και τή συγγραφή τοῦ ἔργου». «Το ἔργο Ἀποκάλυψη Ἰωάννου δεν εἶναι τό ἀποτέλεσμα καί ὁ καρπός κάποιας στιγμιαίας ὁραματικῆς ἐμπειρίας». Οὔτε διαρκείας ὁραματική ἐμπειρία οὔτε στιγμιαία δέχεται ὁ ἐκσυγχρονιστικός αὐτός ἑρμηνευτής τῆς Ἀποκαλύψεως, καί ἐν τούτοις ὁμιλεῖ γιά θεοπνευστία τοῦ ἔργου! Ἀντίφασι. Μία ἀπό τίς πολλές ἀντιφάσεις του. Ὅπως δέ ἤδη εἴπαμε, ἄλλοτε ἐκφράζεται ἔτσι καί ἄλλοτε ἀλλιῶς ἤ λόγῳ συγχύσεως, ἤ σκοπίμως, ὥστε, ὅταν κατηγορηθῇ γιά μία θέσι του, νά ἐπικαλεσθῇ τήν ἄλλη θέσι του...

Ἀλλά θά συνεχίσωμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Μπορείτε να δείτε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις του ιστολογίου μας πατώντας το Παλαιότερες αναρτήσεις (δείτε δεξιά)