18/12/11

“ΚΑΙΡΙΚΑ” φαινόμενα και στην Κύπρο. Τι λέει ο πρόεδρος της επιτροπής των νέων αναλυτικών προγραμμάτων του μαθήματος των Θρησκευτικών

πηγή: Ακτίνες
Την  Επιτροπή για τα νέα αναλυτικά προγράμματα του μαθήματος των Θρησκευτικών «αποτελούν ο αναπληρωτής καθηγητής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου Σταύρος Φωτίου και ο σύμβουλος του ελληνικού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Σταύρος Γιαγκάζογλου.»(εδώ)
Θρησκευτικά στο δημόσιο σχολείο
Ο πρόεδρος της επιτροπής για τo ΝΑΠ του μαθήματος απαντά στις επικρίσεις
Με τη συμπλήρωση τεσσάρων μηνών από τη σταδιακή εισαγωγή των νέων αναλυτικών προγραμμάτων στη Μέση Εκπαίδευση ο καθηγητής που ηγήθηκε της επιτροπής για τη συγγραφή του ΝΑΠ των Θρησκευτικών, Σταύρος Φωτίου, απευθύνει πρόσκληση για έναν καλόπιστο διάλογο γύρω από το ευαίσθητο αυτό θέμα και δίνει απαντήσεις σε επικρίσεις που ειπώθηκαν για το νέο αναλυτικό. Σε άρθρο το οποίο ετοίμασε αποκλειστικά για τον «Φ» ο κ. Φωτίου επισημαίνει ότι το μάθημα των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο δεν είναι στενά ομολογιακό ούτε μάθημα θρησκειολογικό. Είναι μάθημα θεολογικής επίγνωσης, όπως εξηγεί, καθώς άγει στην οικείωση με τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα και τις απαντήσεις τους, την οικεία πίστη και τις άλλες και την επίδρασή τους σε διάφορους τομείς της ζωής...
Ως τέτοιο, υποστηρίζει πως θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικό για όλους και όχι να δίνονται απαλλαγές σε παιδιά διαφορετικής θρησκευτικότητας. Γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο, «τίποτε δεν επιβάλλεται». Πιο κάτω παραθέτουμε το πλήρες κείμενο του άρθρου του κ. Φωτίου:
Σύμφωνα με το Νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι οι μαθητές και οι μαθήτριες να γνωρίσουν: α) την Ορθόδοξη Εκκλησία, β) τα μεγάλα θρησκεύματα και γ) το θρησκευτικό φαινόμενο.
Ως προς το πρώτο μέρος του σκοπού, η ζωή ως αρμονική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό και, κατ’ επέκταση, με τον εαυτό του, τον συνάνθρωπό του και τη φύση, είναι η πρόταση ζωής που το μάθημα παρουσιάζει ενώπιον της ελευθερίας των μαθητριών/τών. Και τούτο διότι ο Θεός είναι κοινωνία ελευθερίας και αγάπης του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος: το εγώ, το εσύ, ο άλλος συγκατοικούν στο εμείς· ο ένας με τον άλλο, διά του άλλου, για τον άλλο. Εδώ συνυπάρχουν αρμονικά η ενότητα και η διαφορά: κάθε πρόσωπο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο και ταυτόχρονα βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τα άλλα. Ο τρόπος αυτός ύπαρξης της Αγίας Τριάδας καθίσταται -τηρουμένων των σχετικών αναλογιών- αρχέτυπο της ζωής για τους ανθρώπους. Ως προς τον άνθρωπο το μάθημα τον αντιλαμβάνεται ως ενιαία ψυχοσωματική οντότητα. Ο άνθρωπος είναι «σωματικός ως το πνεύμα και πνευματικός ως το σώμα». Σώμα και ψυχή αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοεπιδρούν. Κατά συνέπεια το μάθημα καλλιεργεί ισόρροπα και τη λογική και το συναίσθημα και τη βούληση.
 Δεύτερος υπαρξιακός στόχος -ως έκφραση του περιέχοντος υπαρξιακού σκοπού, της κοινωνίας με τον Θεό- είναι η αρμονική κοινωνία του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του. Ζητούμενο η μεταμόρφωση κάθε πτυχής της ζωής, ώστε π.χ. η πολιτική να ενώνει τους πολίτες στον πολιτισμό, η εργασία να μεταμορφώνει τον κόσμο σε κόσμημα, η οικονομία να θεραπεύει συγκεκριμένες ανάγκες συγκεκριμένων ανθρώπων.
Τρίτος υπαρξιακός στόχος είναι η αρμονική σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Λειτουργική σχέση με τη φύση σημαίνει, πρώτο, αναγνώριση της αξίας κάθε όντος μέσα στη δημιουργία, και, δεύτερο, κατανόηση του ρόλου του μέσα στη μεγάλη κοσμική λειτουργία που λέγεται ζωή.
Σε σχέση με το δεύτερο και τον τρίτο σκοπό του μαθήματος, γνώση των θρησκειών και του θρησκευτικού φαινομένου σημαίνει οι μαθήτριες και οι μαθητές να κατανοούν τη διαφορετική οντολογία κάθε θρησκείας, τη δική της δηλαδή αντίληψη για τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, τον εαυτό του, το συνάνθρωπό του και τη φύση. Τούτο σημαίνει ότι κάθε θρησκεία νοηματοδοτεί διαφορετικά την οικονομία, την εργασία, τον έρωτα, την τέχνη κ.λπ. Συνεπώς οι διάφορες θρησκείες δεν λένε τα ίδια πράγματα. Ερμηνείες με βάση επιμέρους φαινόμενα μιας θρησκείας, αποκομμένα από το οργανικό της όλο, που θεωρούνται ότι είναι τα ίδια με άλλων θρησκειών γιατί ομοιάζουν φαινομενικά, είναι άκρως εσφαλμένες.
Κατά συνέπεια το μάθημα των Θρησκευτικών καλείται να προσφέρει στους μαθητές και τις μαθήτριες τα κριτήρια εκείνα με τα οποία να ερμηνεύουν ορθά τις θρησκείες. Στόχος η αλληλογνωριμία και ο αλληλοσεβασμός, η εύρυθμη συνύπαρξη μέσα στα πλαίσια μιας ευνομούμενης πολιτείας. Ώστε, κάθε άνθρωπος να βιώνει ελεύθερα την πίστη του, αφήνοντας στον άλλο την ελευθερία να κρίνει την αλήθειά της.
 Το μάθημα των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο δεν είναι ούτε στενά ομολογιακό ούτε μάθημα θρησκειολογικό. Είναι μάθημα θεολογικής επίγνωσης: άγει στην οικείωση με τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα και τις απαντήσεις τους, την οικεία πίστη και τις άλλες, την επίδρασή τους στην ιστορία, τη σχέση τους με την εργασία, την οικονομία, την τέχνη. Αν αγωγή είναι η ερμηνεία του κόσμου τότε η απουσία τής θεολογικής οπτικής στερεί τον άνθρωπο από μία βασική ερμηνευτική της ζωής και του παγκόσμιου γίγνεσθαι.
Συνεπώς το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να είναι υποχρεωτικό για όλους. Όπως η παιδεία μας ξεκινά π.χ. από τη Νεοελληνική Λογοτεχνία και προχωρά στις άλλες, όπως η Ιστορία ξεκινά από την ελληνική και προχωρεί στις άλλες, έτσι και τα Θρησκευτικά ξεκινούν από την Ορθόδοξη Εκκλησία και προχωρούν στους άλλους. Όπως κάποιος δεν επιτρέπεται να απαλλαγεί από το μάθημα της Ιστορίας λόγω διαφορετικής εθνότητας, έτσι δεν πρέπει κάποιος να απαλλάσσεται από το μάθημα των Θρησκευτικών λόγω διαφορετικής θρησκευτικότητας. Διότι τίποτε δεν επιβάλλεται. Ο/η εκπαιδευτικός, με αγάπη αλλά χωρίς φανατισμό, οφείλει να παρουσιάζει ορθά, θεολογικά και παιδαγωγικά, τα πράγματα, σεβόμενος/η απόλυτα την ελευθερία των μαθητών του.
Η απάντηση στις αιχμές ήρθε από την Ελλάδα
Η διάταξη της ύλης του Νέου Αναλυτικού δεν έγινε με τη γνωστή γραμμική διάταξη, για τον απλούστατο λόγο ότι η γραμμική διάταξη δεν είναι  παιδοκεντρική. Πρόσφατα, ανακινήθηκε το θέμα της μη γραμμικής διάταξης της ύλης, πράγμα καθόλου κακό, αφού θα έδινε την ευκαιρία για ανταλλαγή απόψεων επί του ζητήματος. Αυτό που είναι κακό είναι ότι κάποιοι άφησαν αιχμές ότι η νέα διάταξη της ύλης έγινε με σκοπό τη μη συμπόρευση του μαθήματος με το αντίστοιχο στην Ελλάδα. Ως πρόεδρος της Επιτροπής αντιστάθηκα στον πειρασμό να απαντήσω σε αυτή την προσβολή κατά των Ελληνοκυπρίων Θεολόγων. Η απάντηση όμως ήλθε από την Ελλάδα. Πριν λίγες μέρες, δημοσιεύθησαν τα Νέα Αναλυτικά Προγράμματα της Ελλάδας. Το Νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα των Θρησκευτικών εγκαταλείπει και αυτό τη γραμμική διάταξη της ύλης και υιοθετεί την ίδια φιλοσοφία, μεθοδολογία, εμπλουτισμό κ.λπ. με αυτή της Κύπρου. Η Ελλάδα συμπορεύεται με την Κύπρο.
Σημ.: Ο Σταύρος Σ. Φωτίου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Επιστημών της Αγωγής του ΠανεπιστημίουΚύπρου και πρόεδρος της επιτροπής για τη συγγραφή του νέου αναλυτικού προγράμματος των Θρησκευτικών.
Στόχος δεν είναι να εκχριστιανίσει τους μετανάστες
Πέρσι, η επιτροπή που ανέλαβε τη συγγραφή Νέου Αναλυτικού Προγράμματος για το μάθημα των Θρησκευτικών ανήρτησε το κείμενο στη σχετική ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας. Στην Επιτροπή μετείχαν ανεξαιρέτως όσοι εκπαιδευτικοί θεολόγοι είχαν ζητήσει συμμετοχή σε αυτή, ύστερα από ανοικτή πρόσκληση. Το κείμενο είχε επίσης εγκριθεί από τον Σύνδεσμο Θεολόγων Κύπρου και την Παγκύπρια Ένωση Ελλήνων Θεολόγων.
Είναι αυτονόητο ότι το κείμενο δεν διεκδικούσε το αλάθητο, γι’ αυτό με την ανάρτησή του η Επιτροπή προσκαλούσεκάθε ενδιαφερόμενο να υποβάλει εισηγήσεις, σχόλια, διορθώσεις κ.λπ. Ουδείς υπέβαλε οτιδήποτε. Είναι σαφές, ότι η κοινότητα των θεολόγων εκπαιδευτικών έχει πάντα βαρύνοντα λόγο, όπως ασφαλώς και κάθε άλλος ενδιαφερόμενος. Κατά συνέπεια, κάθε διάλογος για τον σκοπό, τον χαρακτήρα, τις προκλήσεις κ.ά. του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο είναι θεμιτός και καλοδεχούμενος. Με προϋποθέσεις, βέβαια, την επιχειρηματολογία, τον σεβασμό των διαλεγομένων, τη γνώση των πραγμάτων, το νηφάλιο ύφος. Σε εισήγηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Κύπρου, που ψηφίστηκε ομόφωνα κατά τη συνεδρία τής 17/6/2005, αναφέρονται τα εξής: «Θα μπορούσε να προταχθεί το επιχείρημα ότι στο πολυπολιτισμικό περιβάλλον που ζούμε και λαμβανομένου υπόψη του θρησκειακού μωσαϊκού του μαθητικού πληθυσμού δεν θα είχε θέση το μάθημα των Θρησκευτικών που αφορά τη θρησκευτική ταυτότητα μιας μερίδας, έστω και της πλειοψηφίας των μαθητών, δηλαδή των Ορθοδόξων Χριστιανών. Στο επιχείρημα αυτό θα μπορούσαμε να αντιτάξουμε την ακολουθούμενη από το εκπαιδευτικό μας σύστημα πολιτική στα άλλα μαθήματα. Αν ο Πακιστανός, ο Σριλανκέζος, ο Ινδός, ο Αιγύπτιος κ.λπ. που φοιτά στα σχολεία μας παρακολουθεί Ομήρου Οδύσσεια ή Ιλιάδα και Ελληνική Ιστορία, γιατί αυτά διαλαμβάνονται στο εκπαιδευτικό σύστημα του τόπου, γιατί ενοχλεί το μάθημα των Θρησκευτικών και το περιεχόμενό του; Όπως τα άλλα μαθήματα δεν στοχεύουν να εξελληνίσουν τους μετανάστες, έτσι και τα Θρησκευτικά δεν στοχεύουν να τους εκχριστιανίσουν. Με την κριτική σκέψη που του αναπτύσσει το σχολείο, ο μαθητής μπορεί να τοποθετηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απέναντι στο περιεχόμενο του μαθήματος.
Εξάλλου η Εκκλησία διακρίνει το μάθημα των Θρησκευτικών από την Κατήχηση. Σκοπός του μαθήματος είναι να προσφέρει από τη μια γνώση για την οικεία πίστη, αλλά και γνωριμία, από την άλλη, με το πανανθρώπινο και διαχρονικό φαινόμενο της θρησκείας. Ιδιαίτερα σήμερα που το θρησκευτικό φαινόμενο επαναμφανίζεται στο παγκόσμιοπροσκήνιο, καθίσταται ακόμα πιο αναγκαία η επαρκής μελέτη του» (Περιοδικό Απόστολος Βαρνάβας 66 (2005) σελ. 264-265).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Μπορείτε να δείτε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις του ιστολογίου μας πατώντας το Παλαιότερες αναρτήσεις (δείτε δεξιά)