28/9/26

Η διεξαγωγή του ΣΤ' Διεθνούς Θεολογικού Συνεδρίου της ΠΕΘ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ 

ΤΟΥ ΣΤ΄ ΔΙEΘΝΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ ΠΕΘ

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε το ΣΤ΄ Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο της Πανελλήνιας  Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ),  που τελούσε υπό την Αιγίδα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, και είχε ως θέμα: «Η διδασκαλία του Ορθόδοξου Μαθήματος των Θρησκευτικών με τα Νέα Προγράμματα και Βιβλία».

Το Συνέδριο έλαβε χώρα, την Παρασκευή 18 & το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026, στην Αίθουσα της Εταιρείας των φίλων του Λαού, Ευριπίδου 12, στην Αθήνα. Παρακάτω παρατίθενται συνοπτικά οι χαιρετισμοί και οι εισηγήσεις του Συνεδρίου.

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΦΟΡΕΩΝ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Ο Ομ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων κ. Ηρακλής Ρεράκης, χαιρέτισε, εκ μέρους του ΔΣ της ΠΕΘ, το ΣΤ’ Θεολογικό Συνέδριο της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων (ΠΕΘ), το οποίο πραγματοποιήθηκε, υπό την Αιγίδα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Ελλάδος, εκφράζοντας, πρωτίστως, τον σεβασμό και τις εγκάρδιες ευχαριστίες προς τη Σύνοδο, για την Απόφασή της να θέσει υπό την Αιγίδα της το Συνέδριο. Εξέφρασε επίσης, θερμές ευχαριστίες σε όσους απηύθυναν ή απέστειλαν χαιρετισμούς στο Συνέδριο: τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη, κ. Βαρθολομαίο, τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος και Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου, κ. Ιερώνυμο, τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, κ. Γεώργιο, τον Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Πρωτοπρ. π. Αθαν. Γκίκα, τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ, κ. Ιω. Παναγιωτόπουλο, την Πρόεδρο του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας, κα Κίρκη Κεφαλέα, τον Αντιπρόεδρο της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως, κ. Νικηφ. Κωνσταντίνου, τον Πρόεδρο της Παγκύπριας Ένωσης Ελλήνων Θεολόγων, κ. Γεώργ. Διομήδους και τον Πρόεδρο του Συνδέσμου Θεολόγων Κύπρου - ΟΕΛΜΕΚ, κ. Χριστάκι Ευσταθίου.

Ευχαρίστησε, ακόμη, όλους τους Εισηγητές του Συνεδρίου, από την Ελλάδα και τις ομόδοξες γειτονικές χώρες (Ρουμανία, Σερβία, Βουλγαρία και Κύπρο), που με μεγάλη φιλοτιμία ανέλαβαν να εισηγηθούν το θέμα τους, όλους όσους συνεργάστηκαν και κοπίασαν για την οργάνωση και πραγματοποίηση του Συνεδρίου καθώς και όλους εκείνους τους εκκλησιαστικούς φορείς και το Κοινωφελές Ίδρυμα Αθανασίου & Μαρίνας Μαρτίνου: ΑΙΓΕΑΣ – ΑΜΚΕ, που ενίσχυσαν οικονομικά την ΠΕΘ, προκειμένου να καλύψει τα έξοδα του Συνεδρίου. Ευχαρίστησε, επίσης, το Ινστιτούτο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, που λειτουργεί υπό την Αιγίδα της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, για την απόφασή του να αναλάβει τη βιντεοσκόπηση του Συνεδρίου καθώς και την  Εταιρεία των φίλων του Λαού  για την παραχώρηση των αιθουσών και των μέσων, για τη διεξαγωγή του Συνεδρίου. Ευχαρίστησε, ακόμη, όλους όσους, με οποιονδήποτε τρόπο, συνέβαλαν στην άρτια, κατά το δυνατό, οργάνωση και διεξαγωγή του Συνεδρίου και όλους τους συναδέλφους και φίλους Συνέδρους, κληρικούς και λαϊκούς, για την προσέλευση και συμμετοχή τους. Αναφέρθηκε, τέλος, στην απόφαση του ΔΣ της ΠΕΘ για την οργάνωση και διεξαγωγή του Συνεδρίου, με θεολογικό, επιστημονικό και επιμορφωτικό περιεχόμενο, λαμβάνοντας αφορμή από την Απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να εισαγάγει στην Α/βάθμια και Β/βάθμια Εκπαίδευση τα Νέα Προγράμματα και Βιβλία του Μαθήματος των Θρησκευτικών σε ψηφιακή μορφή, ήδη από το σχολικό έτος 2026-2027. Παράλληλα, εξήγησε ότι το ΔΣ της ΠΕΘ αποφάσισε, να οργανώσει το Συνέδριο, για να μπορέσει να συσκεφθεί  με όλους τους ενδιαφερόμενους, για μια, εν Θεώ, δυναμική επανεκκίνηση της διδασκαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Παραδόσεως στα σχολεία, μετά από την 10ετή περιπέτεια του Μαθήματος (από το 2016 έως το 2026), με τη συμμετοχή Εκπαιδευτικών, δασκάλων, καθηγητών, Πανεπιστημιακών και Μητροπολιτών, εντός δηλαδή του οικείου εκκλησιαστικού περιβάλλοντος. Η εποχή μας είναι δύσκολη για την ανατροφή και την αγωγή των νέων, καθώς οι διεθνείς κοινωνικές, πνευματικές και πολιτισμικές συνθήκες δεν είναι τόσο ευοίωνες όσο θα θέλαμε. Ωστόσο, ελπίζουμε σταθερά ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστιν».

 

Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος απέστειλε χαιρετισμό στο Συνέδριο, στον οποίο, μεταξύ άλλων, τόνισε τα εξής: «Δυστυχώς η σύγχρονος παιδεία, παραμελεί την πνευματικήν φύσιν του ανθρώπου, ενώ διογκώνει το εγώ του και τας ιδιωτικάς επιθυμίας του. Η πείρα μας με τον άνθρωπον επιβεβαιώνει, όμως, ότι αυτός δεν καλύπτεται, υπαρξιακώς, ούτε με την ικανοποίησιν των αναγκών του, ούτε με την συνεχή ενασχόλησιν με τον εαυτόν του, ούτε με το έχειν και κατέχειν, ότι ενδομύχως επιθυμεί να αφιερωθεί εις ένα αγαθόν σκοπόν, να προσφέρει, να έχη κοινωνικήν παρουσίαν και να μοιράζεται την ζωήν. Το Μάθημα των Θρησκευτικών θα παραμείνη εν παιδευτικόν πεδίον, το οποίον θα θέτη μεγάλας απαιτήσεις εις τους διδάσκοντας και τους  μαθητάς και τας μαθητρίας. Η πίστις, το ήθος και ο πολιτισμός της Ορθοδοξίας ανήκουν εις τον πυρήνα της ταυτότητός μας. Πρόκειται περί μιας ρωμαλέας παραδόσεως βιωμένης αληθείας, ελευθερίας και αδελφοσύνης, η οποία συγκροτεί μίαν αυθεντικήν πρότασιν ζωής, όπου η πίστις εις Χριστόν και η αγάπη προς τον πλησίον είναι αι ‘μεγάλαι δυνάμεις’  εις την ζωήν μας, δώρον του ουρανού και θεία ευλογία. Είναι αυτονόητον ότι η θεολογικώς και παιδαγωγικώς τεκμηριωμένη διδασκαλία της ορθοδόξου Παραδόσεως ανήκει εις τον πυρήνα του Μαθήματος των Θρησκευτικών. Εκφράζοντες τον έπαινον της ημών Μετριότητος προς την Πανελλήνιον Ένωσιν Θεολόγων, διά τους πολλούς και μακροχρονίους αγώνας της διά το Μάθημα των Θρησκευτικών, επικαλούμεθα επί τους διοργανωτάς, τους εκλεκτούς ομιλητάς και επί πάντας τους συμμετέχοντας εις το πνευματικόν τούτο συμπόσιον, την ζείδωρον χάριν και το μέγα έλεος του Θεού της σοφίας και της αγάπης».

 

Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, διά του Εκπροσώπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, του Σεβ. Μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, χαιρετίζοντας το  Συνέδριο, τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι «το Μάθημα των Θρησκευτικών έχει συγκεκριμένη ταυτότητα και σαφή παιδαγωγικό προσανατολισμό. Καλείται να προσφέρει ουσιαστική γνώση της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας, με τρόπο επιστημονικά έγκυρο, θεολογικά ακριβή και παιδαγωγικά πρόσφορο. Η αποστολή του συνδέεται με τη μόρφωση του μαθητή, με τη γνωριμία του με την ελληνορθόδοξη πνευματική παράδοση και με τη δυνατότητά του να προσφέρει τεκμηριωμένες απαντήσεις στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα του ανθρώπου. Η Ορθοδοξία αποτελεί ζωντανή εμπειρία, που εκφράζεται στη Θεία Λατρεία, στα Ιερά Μυστήρια, στην προσευχή, στην ασκητική παράδοση, στην αγάπη και στην ευθύνη για τον συνάνθρωπο. Η Εκκλησία της Ελλάδος ενδιαφέρεται σταθερά για την ποιότητα της θρησκευτικής εκπαίδευσης και για τη διασφάλιση του Ορθόδοξου χαρακτήρα της και το Συνέδριό σας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά προς αυτήν την κατεύθυνση».

 

Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Γεώργιος απέστειλε χαιρετισμό, στον οποίο αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «οι σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις, όπως η πολυπολιτισμικότητα, τα νέα βιοηθικά και οικολογικά ζητήματα και οι αλλαγές στο σύγχρονο  κοσμοείδωλο ανέδειξαν φωνές, που αμφισβητούν το Μάθημα των Θρησκευτικών και το περιεχόμενό του. Γι’ αυτόν τον λόγο, δήλωσε ότι συμμετέχει στον προβληματισμό της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων, για τη διδασκαλία του Ορθόδοξου Μαθήματος των Θρησκευτικών με τα νέα Προγράμματα και βιβλία. Ο μαθητής του 21ου αι. μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων γενεών. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το μάθημα πρέπει να αποκοπεί από την Ορθόδοξη παράδοση, προκειμένου να γίνει σύγχρονο. Αντιθέτως, το μεγάλο ζητούμενο είναι ακριβώς το αντίστροφο, να μπορέσει η Ορθόδοξη Θεολογία να συναντήσει, δημιουργικά, τον σύγχρονο μαθητή, να συνομιλήσει με τα ερωτήματα και τους προβληματισμούς του και να του προσφέρει τα πνευματικά και μορφωτικά εργαλεία, ώστε να κατανοήσει τον εαυτό του, τον συνάνθρωπό του και τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. Και εδώ βρίσκεται η καρδιά της σημερινής συζήτησης: Τι διδάσκουμε; Γιατί το διδάσκουμε; Σε ποιους το διδάσκουμε; Και, πάνω απ’ όλα, ποιον άνθρωπο θέλουμε να διαμορφώσουμε; Το Μάθημα  των Θρησκευτικών μπορεί να προσφέρει σημαντική συμβολή στη διαμόρφωση ενός ανθρώπου, με εσωτερική συγκρότηση, κριτική σκέψη, κοινωνική ευαισθησία και σεβασμό προς τον άλλο. Ο Θεολόγος καλείται να γνωρίζει, σε βάθος, την ορθόδοξη Θεολογία, να διαθέτει παιδαγωγική επάρκεια, να κατανοεί τις ανάγκες και τα ερωτήματα του σύγχρονου μαθητή και να μπορεί να δημιουργεί, μέσα στην τάξη, έναν χώρο ελευθερίας, σεβασμού και υπεύθυνου διαλόγου και να διδάσκει με το παράδειγμά του. Η Εκκλησία της Κύπρου έχει την πεποίθηση ότι το Μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να παραμείνει ένα μάθημα ζωντανό, ουσιαστικό, βαθιά μορφωτικό και ηθοπλαστικό, ένα μάθημα με σαφή ορθόδοξη ταυτότητα, που να μην διστάζει να επιχειρεί τη διασύνδεση του Ελληνικού Έθνους με την ορθόδοξη πίστη. Εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια αυτές οι δύο συντεταγμένες παραμένουν τα κύρια συστατικά του αυτοπροσδιορισμού μας».

 

 Ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Πρωτ. π. Αθαν. Γκίκας, τόνισε στον χαιρετισμό του ότι «στο Συνέδριο τίθεται, προς συζήτηση, ένα ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας για τη θεολογική παιδεία στο Ελληνικό Σχολείο και η Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ  χαιρετίζει κάθε επιστημονική προσπάθεια, που αποβλέπει στη βελτίωση της θεολογικής παιδείας και στην ουσιαστική αναβάθμιση της διδασκαλίας του Μαθήματος των Θρησκευτικών, το οποίο αποτελεί έναν ιδιαίτερο χώρο συνάντησης της θεολογικής επιστήμης με την εκπαιδευτική πράξη. Η διδασκαλία του δεν μπορεί να περιορίζεται ούτε σε μια απλή μετάδοση γνώσεων, ούτε σε μια αποσπασματική παρουσίαση θρησκευτικών πληροφοριών. Είναι ανάγκη να υπηρετεί τον παιδαγωγικό και μορφωτικό του χαρακτήρα, να καλλιεργεί τη θεολογική σκέψη και τον διάλογο και να προσφέρει στους μαθητές τη δυνατότητα να γνωρίσουν, με επιστημονική επάρκεια, την Ορθόδοξη παράδοση και ζωή. Η διδασκαλία του Ορθόδοξου Μαθήματος των Θρησκευτικών καλείται να ανταποκριθεί στις προκλήσεις μιας κοινωνίας που μεταβάλλεται διαρκώς. Η θεολογική παιδεία, όταν ασκείται με επιστημονική σοβαρότητα, με εκκλησιαστικό βίωμα και παιδαγωγική ευαισθησία, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, καθώς αυτοί προσλαμβάνουν γνώση, καλλιεργούν κριτική σκέψη και αποκτούν ελευθερία. Με τον τρόπο αυτό, αναπτύσσουν διάθεση διαλόγου και σεβασμό προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Εξέφρασε, τέλος, την προσδοκία οι εισηγήσεις και οι συζητήσεις του Συνεδρίου να φωτίσουν τόσο τις δυνατότητες όσο και τις προκλήσεις, που παρουσιάζουν τα νέα Προγράμματα και τα νέα βιβλία και να συμβάλουν σε προτάσεις, που θα ενισχύσουν τη θέση και την ποιότητα της θεολογικής εκπαίδευσης στο σχολείο».

 

Ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Καθηγητής κ. Ιω. Παναγιωτόπουλος, χαιρετίζοντας το Συνέδριο, τόνισε ότι «το θέμα του Συνεδρίου είναι ζήτημα αυτοσυνειδησίας και πολιτισμικής επιβιώσεως. Σε μια εποχή, που ασκούνται ποικιλόμορφες πιέσεις προς την κατεύθυνση ενός θρησκευτικά ουδέτερου, πολυθρησκειακού ή αποκλειστικά ‘’θρησκειολογικού» μαθήματος’’, η Ελλάδα διατηρεί, και οφείλει να διατηρεί, σύμφωνα και με το ίδιο το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματός της, ένα Μάθημα Θρησκευτικών, με σαφή ομολογιακό, ορθόδοξο χαρακτήρα. Αυτό δεν αποτελεί συντηρητισμό ή απομόνωση από τα διεθνή δεδομένα· αποτελεί, αντιθέτως, συνειδητή πολιτική επιλογή υπεράσπισης της ταυτότητας ενός λαού, που επί δεκαοκτώ αιώνες συνδιαλέγεται, συνδιαμορφώνεται και, εν πολλοίς, ταυτίζεται με την Ορθόδοξη παράδοσή του. Η ιστορικότητα, θέμα στο οποίο θα αναφερθώ και στην εισήγησή μου, δεν είναι πολυτέλεια του παρελθόντος· είναι η ίδια η προϋπόθεση της αυτογνωσίας μιας κοινωνίας, που θέλει να γνωρίζει ποια είναι, προτού αποφασίσει ποια θέλει να γίνει. Αποστολή μας είναι να μην παραμείνει το Μάθημα των Θρησκευτικών στείρα απομνημόνευση δογμάτων, αλλά να γίνει χώρος συναντήσεως προσώπων. Διότι η αγιότητα δεν είναι έννοια αφηρημένη· είναι δυνατότητα ανθρώπινη, προσφερόμενη, άνωθεν, σε κάθε γενεά και κατεξοχήν στη γενεά των μαθητών μας. Το Τμήμα Θεολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με μακρά παράδοση επιστημονικής και εκκλησιαστικής προσφοράς, στέκεται αρωγός σε κάθε τέτοια προσπάθεια και δηλώνει την έμπρακτη στήριξή του στο έργο της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων».

 

Η Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας κ. Κίρκη Κεφαλέα, χαιρετίζοντας το Συνέδριο, τόνισε ότι «η συζήτηση για τη διδασκαλία του Ορθόδοξου Μαθήματος των Θρησκευτικών δεν μπορεί παρά να είναι και συζήτηση για το ίδιο το νόημα της παιδείας. H Ορθόδοξη παράδοση δεν είναι απλώς ένα σύνολο πληροφοριών, σχετικά με τον Θεό, την Εκκλησία, τα δόγματα, τη λατρεία ή την ιστορία του Χριστιανισμού. Είναι ένας τρόπος νοηματοδότησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Το Μάθημα των Θρησκευτικών δεν χρειάζεται να φοβηθεί τις ερωτήσεις του μαθητή. Η πίστη, που δεν μπορεί να συνομιλήσει με το ερώτημα, κινδυνεύει να μετατραπεί σε τύπο, ενώ η παιδεία, που δεν επιτρέπει το ερώτημα, καταλήγει σε απλή συμμόρφωση. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το Ορθόδοξο μάθημα πρέπει να απολέσει την ταυτότητά του, μέσα σε έναν αόριστο θρησκειολογικό ή πολιτισμικό πλουραλισμό. Σε μια εποχή ακατέργαστης υπερπληροφόρησης, ο μαθητής δύσκολα βρίσκει έναν χώρο, όπου μπορεί να ρωτήσει τι σημαίνουν όλα αυτά για τον ίδιο. Και, ίσως, εκεί να βρίσκεται η ιδιαίτερη αποστολή του Μαθήματος: Να μην περιορίζεται στο να πληροφορεί για την Ορθοδοξία, αλλά να καθιστά την Ορθόδοξη παράδοση έναν ζωντανό συνομιλητή, απέναντι στα μεγάλα ερωτήματα του ανθρώπου: τον θάνατο, την ελευθερία, την αγάπη, το κακό, την ευθύνη, τη δικαιοσύνη, την ελπίδα, τη σχέση με τον άλλον».

 

Ο Αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ) κ. Νικηφ. Κωνσταντίνου, Θεολόγος, υποψ. δρ Θεολογίας  χαιρέτισε εκ μέρους του Προέδρου και των Μελών της ΟΛΜΕ, τονίζοντας ότι τα Ετήσια Συνέδρια της ΠΕΘ, με τον διεθνή, επιμορφωτικό και παιδαγωγικό τους  χαρακτήρα, συμβάλλουν στη βελτίωση της προσφοράς του κλάδου των Θεολόγων στην εκπαιδευτική διαδικασία του Σχολείου, σε μια εποχή που οι Μαθητές/τριες χρειάζονται, ιδιαίτερη προσέγγιση, κατανόηση, διαλογική μέριμνα και προπαντός προσωπική πνευματική στήριξη.

 

O Πρόεδρος της Παγκύπριας Ενώσεως Ελλήνων Θεολόγων (ΠΕΕΘ) κ. Γεώργιος Διομήδους απέστειλε χαιρετισμό, που αναγνώσθηκε από τον Αντιπρόεδρο, πρωτοπρεσβύτερο π. Στυλ. Κωνσταντίνου, στον οποίο σημειώνεται ότι «από την αιμορροούσα επί αιώνες, αλλά ποτέ υποκύπτουσα, ηρωική Μεγαλόνησο της Ρωμιοσύνης, την Κύπρο μας, προβάλλουμε υπερηφάνως ότι ο εκεί θεολογικός κόσμος στέκεται ως «δεξιός βραχίονας» της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Κύπρου, αγωνιζόμενος σταθερά για τη διατήρηση της ορθόδοξης ταυτότητας και του ελληνοκεντρικού χαρακτήρα της παιδείας μας.  Θεωρείται αυτονόητο ότι η αγάπη προς την πολυαγαπημένη μας Μητέρα Πατρίδα και η κοινή μας πορεία δεν σημαίνουν ότι λείπουν οι προβληματισμοί. Πολλές φορές, τα δρώμενα της εκπαίδευσης, στην Ελλάδα, μας φέρνουν αντιμέτωπους, με προκλήσεις, κυρίως, λόγω του περιεχομένου και των προσανατολισμών ορισμένων σύγχρονων σχολικών εγχειριδίων, τα οποία απαιτούν από τους θεολόγους επαγρύπνηση, κριτικό πνεύμα και βαθιά θεολογική τεκμηρίωση. Ωστόσο, πέραν των Προγραμμάτων Σπουδών και των σχολικών βιβλίων, ο Θεολόγος είναι ο φορέας της θυσιαστικής χριστιανικής αγάπης, το ασφαλές καταφύγιο και η ανοιχτή αγκαλιά για τις αναζητούσες και συχνά ευάλωτες ψυχές των εφήβων μας. Αγαπητοί/ές συνάδελφοι/σες, ας σταθούμε στο ύψος της αποστολής μας, φωτίζοντας τα νέα παιδιά με το φως του Ευαγγελίου και την παράδοση των πατέρων μας».

 

Ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Θεολόγων - ΟΕΛΜΕΚ Κύπρου, κ. Χριστάκις Ευσταθίου απέστειλε χαιρετισμό στο Συνέδριο, τονίζοντας ότι «σε μια εποχή ταχύτατων κοινωνικών, πολιτισμικών και τεχνολογικών αλλαγών, το Μάθημα των Θρησκευτικών καλείται να διατηρήσει την ορθόδοξη ταυτότητα και τη θεολογική του πληρότητα, προσφέροντας παράλληλα στους/στις μαθητές/τριες παιδαγωγικά άρτια και σύγχρονα ερεθίσματα που διεισδύουν στους βαθύτερους ιστούς της Ορθόδοξης Παράδοσης. Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), με τη διαχρονική και σταθερή της προσφορά, αποδεικνύει για άλλη μια φορά την αφοσίωσή της στην προάσπιση της θεολογικής παιδείας».

 

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΩΝ ΕΙΣΗΓΗΤΩΝ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΘ

 

 Ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, εισηγούμενος το θέμα: «Είναι αναγκαίος σήμερα ο Θεολόγος για το έργο της Εκκλησίας», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «η συνεργασία Θεολόγων και Εκκλησιαστικών προσώπων είναι αυταπόδεκτη και απαραίτητη. Η Εκκλησία προσδοκά πολλά από τη Θεολογία. Θεολογία εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει. Η Εκκλησία δεν επιδιώκει ούτε τη διάσταση ούτε την απόσταση από τους Θεολόγους, αλλά τους καλεί να εργαστούν διακονικά στο απαραίτητο, για τον λαό του Θεού, έργο της διδασκαλίας της. Αποτελεί ψευδαίσθηση κάποιων Θεολόγων ότι είναι αυτάρκεις και αυτόνομοι από την Εκκλησία. Έχουν και αυτοί χρέος να συνδράμουν, με τον θεολογικό τους λόγο, στο  έργο της. Εντός ενός νέου πολιτισμικού περιβάλλοντος, που έχει δημιουργηθεί, οι άνθρωποι ψάχνουν για στηρίγματα. Γι΄ αυτό απαιτείται νέα δυναμική, νέος ευαγγελισμός των μαθητών/τριών και, γενικότερα, του λαού της Εκκλησίας. Ζητείται, δηλαδή, να δωθεί, εκ νέου, το αιώνιο μήνυμα του Χριστού και αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με αλληλοπεριχώρηση και αλληλοσυμπλήρωση Εκκλησίας – Θεολογίας, με στόχο το “ίνα πάντες σωθώσιν”».

 

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Θ. Ιωαννίδης, στην Εισήγησή του με θέμα: «Η Αγία Γραφή, ως αφετηρία του σχολικού ορθόδοξου χριστιανικού μαθήματος», υπογράμμισε ότι «η Αγία Γραφή δεν αποτελεί, απλώς, ένα από τα διδακτικά περιεχόμενα του Σχολικού Ορθόδοξου Χριστιανικού Μαθήματος, αλλά την αφετηρία, τον θεολογικό του πυρήνα και το σημείο αναφοράς. Συμβάλλει στην ανάπτυξη γόνιμου θεολογικού προβληματισμού και προσωπικής υπαρξιακής αναζήτησης. Το Μάθημα των Θρησκευτικών δεν μπορεί να προσφέρει στεγνή επιστημονική γνώση, αλλά την Αποκάλυψη του Θεού, ως συγκεκριμένη ιστορία και εμπειρία, ως Ευαγγέλιο της Νέας εν Χριστώ ζωής και Αλήθειας, ως καλλιέργεια της εν Χριστώ ταυτότητας του ανθρώπου, ως μεταμορφωτική και ανακαινιστική δύναμη του κόσμου».

 

Ο Θεοφιλ. Επίσκοπος Ζνεπόλεως, κ. Μελέτιος (Βουλγαρία) εισηγήθηκε το θέμα: «Η διδασκαλία του Ορθόδοξου Μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία της Βουλγαρίας» και παρουσίασε την ιστορία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, τονίζοντας ότι, «από το 1946, καταργήθηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς. Μετά το 1990, άρχισαν να επηρεάζουν την Εκπαίδευση αντιλήψεις, αντίθετες στην ορθόδοξη πίστη, ενώ το Μάθημα των Θρησκευτικών εντάχθηκε στα σχολεία, ως προαιρετικό μάθημα, με τρεις εκδοχές: Ορθοδοξία, Ισλάμ και Ηθική. Υπάρχουν βιβλία γραμμένα από το Πατριαρχείο Βουλγαρίας, για όλες τις σχολικές τάξεις. Την περίοδο 2020-2023 γράφτηκαν από επιτροπές Θεολόγων βιβλία του Υπουργείου Παιδείας. Ωστόσο, τα βιβλία του Πατριαρχείου, για ένα μεγάλο διάστημα, ήταν εκείνα που ήταν έτοιμα και χρησιμοποιήθηκαν στα σχολεία. Τον τελευταίο καιρό γίνονται ζυμώσεις και διεργασίες, μεταξύ Πολιτείας και Πατριαρχείου Βουλγαρίας, για την εισαγωγή υποχρεωτικού μαθήματος, την τελική διαμόρφωση του νέου Προγράμματος και τη συγγραφή και έγκριση των βιβλίων, για τη διδασκαλία του ορθόδοξου Μαθήματος στη Βουλγαρία».

 

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, εισηγούμενος το θέμα: «Ο Θεολόγος καθηγητής, διδάσκοντας το Μάθημα των Θρησκευτικών στα Σχολεία», τόνισε ότι «ο Θεολόγος καθηγητής οφείλει να διδάξει στα παιδιά τις εκκλησιαστικές παραδόσεις, στις οποίες έχουν γεννηθεί και αναπτυχθεί, γνωρίζοντας τα τρία περάσματα που διαφοροποιούν την Ορθοδοξία από τη Θρησκεία: το πέρασμα από το Ον, στον Όντα, από τον Άσαρκο Κύριο της ΠΔ, στον σεσαρκωμένο Κύριο της δόξης και το πέρασμα από τη Θρησκεία, στην Εκκλησία. Ο Χριστιανισμός δεν είναι Θρησκεία, αλλά σχέση με τον Θεό. Σύμφωνα με τον μακαριστό Καθηγητή της Δογματικής π. Ιω. Ρωμανίδη,  «στη θρησκεία ο άνθρωπος προσπαθεί να προσεγγίσει τον Θεό με τη φαντασία και αυτό είναι ψυχική και πνευματική ασθένεια, ενώ, στην Εκκλησία, που εκλαμβάνεται ως πνευματικό θεραπευτήριο, ο άνθρωπος προσπαθεί να θεραπεύσει τον νου από τη φιλαυτία του, για να φθάσει στη φιλοθεΐα και τη φιλανθρωπία και να μπορεί να δέχεται την Αποκάλυψη του Θεού». Ο Θεολόγος είναι ανάγκη να γνωρίζει την πραγματικότητα και τις ιδέες που επικρατούν στον δυτικό κόσμο και μεταφέρονται στα σχολεία, μέσω συναδέλφων άλλων ειδικοτήτων. Στους μετανεωτερικούς χρόνους, απορρίπτεται η μεταφυσική του Σχολαστικισμού και κυριαρχεί, αφενός, η επικούρεια φιλοσοφία: “το καθ’ ηδονήν ζην” και, αφετέρου, η απώλεια της αυθεντίας και η αμφισβήτηση της λογικής».

 

Ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ, Καθηγητής κ. Ιω. Παναγιωτόπουλος εισηγήθηκε το θέμα: «Η ιστορικότητα στο Πρόγραμμα και στη διδακτέα ύλη του Μαθήματος των Θρησκευτικών», συνδέοντας το βίωμα με την ιστορικότητα της Θεολογίας και υποστηρίζοντας, με έμφαση, την αναγκαιότητα της ιστορικότητας στο Πρόγραμμα Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών. Απαντώντας στη σύγχρονη τάση, που προκρίνει μια αμιγώς «φαινομενολογική» ή βιωματική προσέγγιση –με το επιχείρημα ότι η ιστορία «απολιθώνει» την πίστη–, επεσήμανε ότι η χριστιανική Αποκάλυψη είναι εξ ορισμού ιστορικό γεγονός και όχι άχρονη ιδέα ή συναίσθημα. Η Ενανθρώπηση και η παρουσία του Θεού εκτυλίσσονται εντός συγκεκριμένου χρόνου και τόπου. Μέσα από την πατερική θεολογία της «θείας Οικονομίας» (άγιος Ειρηναίος Λυώνος, άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής), η ιστορία αναδεικνύεται ως το ίδιο το παιδαγωγικό μέσο της Αυτοαποκάλυψης του Θεού και της σωτηρίας. Το ιστορικό παράδειγμα του αγίου Γρηγορίου Παλαμά καταδεικνύει ότι το αληθινό εκκλησιαστικό βίωμα δεν αντιστρατεύεται την ιστορία, αλλά επαληθεύεται και περιφρουρείται μέσω της αδιάσπαστης συνέχειάς της. Σε παιδαγωγικό επίπεδο, η αποκοπή της διδασκαλίας από την ιστορία (Οικουμενικές Σύνοδοι, Πατέρες, αιρέσεις) στερεί από τους μαθητές τα κριτήρια διάκρισης της πίστεως, τους αφήνει ευάλωτους στον υποκειμενισμό και τον συγκρητισμό και εκφυλίζει το βίωμα σε ασταθές συναίσθημα. Η ιστορική μνήμη συνιστά το μοναδικό στέρεο θεμέλιο για μια αυθεντική, κριτική και ζώσα θρησκευτική εμπειρία, καθιστώντας την ιστορικότητα αναγκαίο μονόδρομο για τη διδακτέα ύλη.

 

Ο Παύλος Σεραφείμ, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, ανέπτυξε το θέμα, με τίτλο: «Γεφυρώνοντας το μάθημα των θρησκευτικών με την Ιστορία: Η αξιοποίηση του πλαισίου HIPPO στη διδασκαλία του μαθήματος». Στην εισήγησή του υποστήριξε πως
«η ιστορική διάσταση είναι απολύτως απαραίτητη στη διδακτική διαδικασία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, καθώς επιτρέπει στους μαθητές να προσεγγίζουν τα θρησκευτικά κείμενα, υπό ένα επιπλέον πρίσμα και προφυλάσσει τους εκπαιδευτικούς από ενδεχόμενους κινδύνους, όπως π.χ. τη στείρα ηθικολογία. Βασιζόμενος στη βορειοαμερικανική σχολή σκέψης, υποστήριξε σθεναρά ότι η ιστορική σκέψη αποτελεί μια μαθητική δεξιότητα, που μπορεί να διδαχθεί μέσω ειδικής εκπαίδευσης και πρόσκτησης συστηματικών γνωστικών σταδίων, αντί για την απλή αποστήθιση. Τελικός μεταγνωστικός στόχος είναι οι μαθητές να αναπτύσσουν κριτική σκέψη, να γεφυρώνουν το παρελθόν με το παρόν και, συνδυάζοντας τα όσα διερεύνησαν, να τοποθετούνται υπεύθυνα απέναντι σε σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα».

 

Ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ εισηγήθηκε το θέμα: «Το Μάθημα των Θρησκευτικών και η αντιμετώπιση του φαινομένου της Νέας Εποχής», τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι «το Μάθημα των Θρησκευτικών δεν είναι μόνον μια ευκαιρία να γνωρίσουν οι μαθητές/τριες την ορθόδοξη παράδοση αλλά και ένα γνωστικό αντικείμενο, που αναπτύσσει την αρετή της διάκρισης στους νέους μας, έτσι ώστε να μπορούν να ξεχωρίζουν την Αποκαλυπτική πίστη του Ιησού Χριστού, από θρησκείες και θρησκευτικά φαινόμενα που, εκτός των άλλων, καλλιεργούν κινδύνους. Μπορεί, συνεπώς, το Μάθημα να αποτελέσει ένα πνευματικό ανάχωμα προστασίας, από τη δράση σύγχρονων παραθρησκευτικών φαινομένων, όπως είναι, για παράδειγμα, ο Οικουμενισμός, ο συγκρητισμός, ο πνευματισμός, ο αποκρυφισμός, ο καμπαλισμός,  η Νέα Εποχή κ.ά., που επιδιώκουν την εξίσωση και σταδιακή συνένωση όλων των Θρησκειών και του Χριστιανισμού σε ένα ομογενοποιημένο μόρφωμα, παγκόσμιας εμβέλειας, απειλώντας με αλλοιώσεις την ορθόδοξη πίστη και ταυτότητα. Μπροστά σε αυτήν την απειλή, ένα σωστά δομημένο ορθόδοξο μάθημα προσφέρει στους νέους τα πνευματικά κριτήρια, ώστε να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν την πλάνη και να μην παρασύρονται από τα σύγχρονα παραθρησκευτικά φαινόμενα».

 

Η Καθηγήτρια της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Ιω. Κομνηνού, σε συνεργασία με τον δρ Θεολογίας, κ. Βασ. Κάντα και τον Θεολόγο και Μ.Δ.Ε. κ. Βασ. Σκούνο,  εισηγήθηκαν το θέμα: «Ο τόπος της αγιότητας, ως πεδίο βιωματικής διδασκαλίας και ψηφιακής αφήγησης στο Μάθημα των Θρησκευτικών», αναδεικνύοντας, με την εισήγησή τους, «τον ιερό τόπο, ως πεδίο βιωματικής και ενσώματης προσέγγισης της αγιότητας, μέσα από τη μελέτη περίπτωσης της Ιεράς Μονής Παναγίας Κουδουμά στο Ηράκλειο Κρήτης. Η εμπειρία έδειξε ότι η συνάντηση με τον τόπο, τη λατρεία, τη μοναστική κοινότητα και την παράδοση μπορεί να υποστηρίξει, ουσιαστικά, τη συγκρότηση θρησκευτικού νοήματος, όταν συνοδεύεται από κατάλληλο παιδαγωγικό σχεδιασμό. Η ψηφιακή αφήγηση και οι γεωχωρικές τεχνολογίες μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, όχι υποκαθιστώντας τη βιωμένη εμπειρία, αλλά εμβαθύνοντας στην ερμηνεία και στη μνήμη της. Ως κεντρικό συμπέρασμα προτάθηκε μια “Παιδαγωγική της Διάκρισης στη Διαμεσολάβηση”, σύμφωνα με την οποία, κάθε τεχνολογικό μέσο οφείλει να κρίνεται από το κατά πόσο υπηρετεί τη σχέση με τον τόπο, τα πρόσωπα και την παράδοση».

 

Ο Αρχιμανδρίτης και καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, Γέροντας Εφραίμ, ανέπτυξε το θέμα: «Ο Μοναχισμός – Ασκητισμός, σύμφωνα με το Αγιορείτικο Τυπικό», αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι «οι Μοναχοί δεν έχουν άλλο Ευαγγέλιο. Το Ευαγγέλιο και η Παράδοση της Εκκλησίας, που ακολουθούν, είναι τα ίδια με εκείνα των λαϊκών. Μόνον ο τρόπος ζωής αλλάζει, που για τους Μοναχούς είναι ο τρόπος αφιερώσεως, αμεριμνησίας, οι πολύωρες ακολουθίες, η ταπείνωση, η νοερά προσευχή, η άσκηση και η υπακοή στο Ευαγγέλιο. Ο Χριστός, ως ο Τέλειος Θεός και ο Τέλειος Άνθρωπος, υπήρξε ο Πρώτος Μοναχός, καθώς έζησε παρθενική ζωή, προσευχόταν διαρκώς στον Πατέρα Του, πήγαινε στην Έρημο για άσκηση και δίδασκε παντού: στις πλατείες, στις λίμνες και στα όρη. Τη ζωή του Χριστού μιμήθηκαν και μιμούνται, στη συνέχεια, όσοι ακολούθησαν και ακολουθούν τον Μοναχισμό, θέλοντας να αγαπήσουν και να μιμηθούν τον Χριστό έως τέλους. Οι Μοναχοί έρχονται στην Έρημο, όχι γιατί απορρίπτουν τον συνάνθρωπο και τον κόσμο, αλλά γιατί απορρίπτουν τον αμαρτωλό τρόπο ζωής, αγωνιζόμενοι για την εν Χριστώ μεταμόρφωση των αμαρτωλών παθών, σε ένθεα πάθη. Οι λαϊκοί έρχονται διαρκώς στην έρημο να συναντήσουν τους Μοναχούς στα Ασκητικά κέντρα τους, για να δουν και να βεβαιωθούν, ιδίοις όμμασι, ότι το Ευαγγέλιο επαληθεύεται και επιβεβαιώνεται στον Ασκητικό Βίο και να τους μιμηθούν. Οι Μοναχοί μιμούνται και επαναλαμβάνουν τον χριστοκεντρικό χαρακτήρα του Ευαγγελίου ως τρόπο θεραπείας από την αμαρτία και αποτελούν τα κοσμήματα της Εκκλησίας, ζώντας μέσα στην Ησυχία, την ανιδιοτέλεια, την προσευχή και την υπακοή στον Θεό. Γι’ αυτό είναι εποικοδομητικό το ότι οι λαϊκοί τους αγαπούν, τους σέβονται, τους επισκέπτονται και τους τιμούν. Συνεπώς, είναι ωφέλιμο να προβάλλονται οι μοναχοί στη διδασκαλία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, ως πρότυπα μίμησης του Χριστού, καθώς ολόκληρη η ζωή τους αποτελεί μια διαρκή πορεία προς την αγιότητα».

 

Ο Πρωτοπρ.  π. Αθαν. Μελισσάρης, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ, εισηγούμενος το θέμα: «Από τη διδασκαλία στη συνάντηση: Το Μάθημα των Θρησκευτικών ως χώρος νοήματος, σχέσης και μεταμόρφωσης του προσώπου» τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι «το σύγχρονο Μάθημα των Θρησκευτικών καλείται να συνδυάσει την ορθόδοξη Θεολογία με μια παιδαγωγική, που θέτει στο επίκεντρο τον μαθητή. Η γνώση της πίστης χρειάζεται να συνδέεται με τα ερωτήματα και τις εμπειρίες των νέων. Η Συμβουλευτική Ποιμαντική και η Ψυχολογία τονίζουν τη σημασία της ενσυναίσθησης, του διαλόγου και ενός ασφαλούς κλίματος στην τάξη. Ο θεολόγος οφείλει να ακούει, να σέβεται την ελευθερία και την αμφιβολία και να μαρτυρεί την πίστη χωρίς επιβολή. Έτσι, το Μάθημα των Θρησκευτικών μπορεί να γίνει ουσιαστική πρόταση ζωής, σχέσης, ελευθερίας, συγχώρησης και ελπίδας».

 

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Σπ. Τσιτσίγκος εισηγήθηκε το θέμα: «Η ειδοποιός πνευματική συμβολή της ορθόδοξης πίστης στην ψυχική ανθεκτικότητα», τονίζοντας ότι «η ορθόδοξη πίστη και παράδοση, ως περιεχόμενο της διδασκαλίας του Μαθήματος των Θρησκευτικών, μπορεί να συμβάλει στην ψυχική ανθεκτικότητα, χωρίς, όμως, να αντιμετωπίζεται, απλώς, ως μέθοδος ψυχοθεραπείας. Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα του ανθρώπου να αντιμετωπίζει δυσκολίες, να ρυθμίζει τα συναισθήματά του και να επανέρχεται μετά από κρίσεις. Η Ορθόδοξη παράδοση προσφέρει νόημα στις δυσκολίες, μέσω της πίστης, της προσευχής, της μετάνοιας και της εμπιστοσύνης στον Θεό. Σημαντικό ρόλο έχουν η μελέτη της Αγίας Γραφής, η εξομολόγηση, η λειτουργική ζωή, η ελπίδα και η έμπρακτη αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Επίσης, η συμμετοχή στην εκκλησιαστική κοινότητα ενισχύει τις ανθρώπινες σχέσεις και το αίσθημα του «ανήκειν», που αποτελεί σημαντικό παράγοντα ανθεκτικότητας».

 

Ο Πολιτικός Επιστήμων και Συγγραφέας κ. Κων. Χολέβας εισηγήθηκε το θέμα: «Χριστιανισμός και Ελληνισμός στο Μάθημα των Θρησκευτικών του 21ου αιώνος», σημειώνοντας ότι  «ο Ορθόδοξος Θεολόγος του 21ου αιώνα πρέπει να φέρνει τους μαθητές και τις μαθήτριες σε επαφή με κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, στα οποία υπογραμμίζεται η παιδαγωγική αξία των Ομηρικών επών και άλλων ελληνικών κλασικών κειμένων. Οφείλει, επίσης, να διδάσκει την οικουμενική διάσταση και την πολύπλευρη πολιτισμική προσφορά του Ελληνισμού στους γειτονικούς λαούς και να εξηγεί με ιστορικά επιχειρήματα ότι στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Ορθοδοξία ήταν η δύναμη που διέσωσε τον Ελληνισμό, όπως παραδέχονται και ξένοι ιστορικοί, όπως, για παράδειγμα, ο Βρετανός Στήβεν Ράνσιμαν κ.ά.»

 

Ο Καθηγητής Ion Marian Croitoru, μαζί με την υποψ. Διδάκτορά του κυρία Victoria Ferescu, παρουσίασαν το θέμα: «Το Μάθημα των Θρησκευτικών στη Ρουμανία: Ιστορικά ορόσημα, παιδαγωγική ταυτότητα και σύγχρονες προκλήσεις», μιλώντας για «την ιστορική πορεία του Μαθήματος των Θρησκευτικών στη Ρουμανία, την οποία διέκριναν σε τρεις φάσεις: α) τη μεσοπολεμική φάση (1918-1939), κατά την οποία τα Θρησκευτικά εδραιώθηκαν, ως υποχρεωτικό Μάθημα του εθνικού Προγράμματος Σπουδών, β) την κομμουνιστική φάση (1947-1989), κατά την οποία τα Θρησκευτικά αποκλείστηκαν από το Σχολείο και γ) τη μεταδεκεμβριανή φάση (1989- σήμερα), κατά την οποία επανεντάχθηκαν τα Θρησκευτικά στο εθνικό Πρόγραμμα Σπουδών. Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο της Ρουμανίας, το Μάθημα έχει ομολογιακό χαρακτήρα και συγκαταλέγεται στα ελάχιστα Μαθήματα που συνοδεύουν τον μαθητή καθ’ όλη την προπανεπιστημιακή φοίτησή του, από το Νηπιαγωγείο έως και το Λύκειο, με αποτέλεσμα να προβλέπεται η ένταξή του στις επιλογές των εθνικών εξετάσεων Απολυτηρίου Λυκείου από το 2030».

 

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου κ. Όμπραντ Καράνοβιτς εισηγήθηκε το θέμα: «Η διδασκαλία του Ορθόδοξου Μαθήματος των Θρησκευτικών στη Σερβία» και παρουσίασε «το σερβικό ομολογιακό μοντέλο θρησκευτικής αγωγής, τονίζοντας ότι βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γερμανικό πρότυπο. Αναφέρθηκε στην ιστορική του διαμόρφωση, στην επιλογή μεταξύ θρησκευτικής αγωγής και Αγωγής του Πολίτη, καθώς και στη συνεργασία μεταξύ του κράτους και των αναγνωρισμένων θρησκευτικών κοινοτήτων. Εξέτασε, επίσης, το ιδιαίτερο καθεστώς των εκπαιδευτικών, οι οποίοι εργάζονται στο δημόσιο σχολείο, αλλά χρειάζονται την έγκριση της αντίστοιχης θρησκευτικής κοινότητας. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διάκριση μεταξύ του σχολικού μαθήματος και της εκκλησιαστικής κατήχησης. Παράλληλα, παρουσίασε τα βασικά πλεονεκτήματα και τις προκλήσεις του μοντέλου, όπως την ελευθερία επιλογής και την προστασία της θρησκευτικής ταυτότητας. Τέλος, συνέκρινε, συνοπτικά, το σερβικό με το ελληνικό σύστημα».

 

Ο δρ. Θεολογίας, π. Παν. Μπαρούτης (Κύπρος), στην εισήγησή του, με θέμα: «Από το ψαλτήρι στο ψηφιακό Σχολείο. Ο Μίτος του Μαθήματος των Θρησκευτικών στην Κυπριακή Εκπαίδευση», παρουσίασε «την ιστορική διαδρομή και τις περιπέτειες του Μαθήματος των Θρησκευτικών στην Κύπρο, μέχρι τους τελευταίους χρόνους. Στην Κύπρο, ο θεολογικός κόσμος στέκεται ως «δεξιός βραχίονας» της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Κύπρου, αγωνιζόμενος σταθερά για τη διατήρηση της ορθόδοξης ταυτότητας και του ελληνοκεντρικού χαρακτήρα της παιδείας. Η Εκκλησία της Κύπρου, εξάλλου, με τα υπάρχοντα νομικά δεδομένα, στέκεται αρωγός στη διδασκαλία του ορθόδοξου Μαθήματος των Θρησκευτικών, καθώς και προστάτης σε κάθε προσπάθεια αλλαγής του χαρακτήρα, του περιεχομένου και του τρόπου διδασκαλίας του».

 

Ο Ομ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, κ. Ηρακλής Ρεράκης, μίλησε με θέμα: «Ο σκοπός και ο χαρακτήρας των ορθοδόξων Θρησκευτικών», αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι το Μάθημα των Θρησκευτικών έχει ως σκοπό «την ανάπτυξη της Ορθόδοξης  χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών, που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας», σύμφωνα με τη διδασκαλία των δογμάτων, των ηθικών αξιών και των Παραδόσεων της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτός ο σκοπός ορίζεται, με βάση το Σύνταγμα της Ελλάδας και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και διασφαλίζει τα δικαιώματα των γονέων να μορφώνονται τα τέκνα τους, στα σχολεία, σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται, επίσης,  και τα Προγράμματα Δημοτικού – Γυμνασίου και Λυκείου για το Μάθημα των Θρησκευτικών. Ο όρος Κατήχηση, επομένως, που αποδίδεται σκοπίμως από κάποιους, στην ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία αποτελεί ιδεολογική εφεύρεση εναντίον του ορθόδοξου μαθήματος των Θρησκευτικών. Το σχολείο έχει ως σκοπό, στη συνταγματική λειτουργία του, “να υποβοηθά τους μαθητές/τριες, ώστε να διακατέχονται από πίστη στα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης” (ισχύων ν. 1566/1985). Γενικός σκοπός των Νέων Προγραμμάτων (του 2023) για τα Θρησκευτικά, είναι η ανάλυση, ερμηνεία και εμπέδωση της διδασκαλίας της ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως αυτή καταγράφεται στην Αγία Γραφή, στη δογματική και ηθική διδασκαλία της, στη λατρευτική της ζωή και στην παράδοση των αγίων Πατέρων της. Σκοπός, επίσης, είναι οι μαθητές/τριες να έχουν στον νου τους καθημερινά: α) “Τι σημαίνει να είναι κάποιος ορθόδοξος χριστιανός, πώς η επιλογή αυτή διαμορφώνει τη ζωή του και πώς η ορθόδοξη χριστιανική ταυτότητα επηρεάζει τις θέσεις του στην ευρύτερη κοινωνία”. Επομένως, οι μαθητές/τριες μαθαίνουν και συνειδητοποιούν τι σημαίνει να είναι κάποιος ζωντανό μέλος της ζώσας Εκκλησίας και όχι απλός θεατής ή τυπικός γνώστης της ιστορίας και της ζωής της. Δυστυχώς, κάποιοι «καθοδηγητές» επιμένουν να λειτουργούν, μακράν της συνταγματικής δομής των νέων Προγραμμάτων (του 2023), εφευρίσκοντας δικές τους, ατομικές ή ιδεολογικές μεθόδους, για να διατηρούνται οι μαθητές δέσμιοι παρωχημένων αντιλήψεων και μεθόδων, που τους κρατούσαν μόνον σε μια γνωσιακή σχέση με την Εκκλησία, μέσω μιας διδασκαλίας – ξενάγησης στα της Εκκλησίας και όχι μιας βιωματικής διδασκαλίας. Λησμονούν, ίσως, ότι ο βασικός σκοπός του Μαθήματος είναι η ανάπτυξη της θρησκευτικής (ορθόδοξης) συνείδησης των μαθητών και παρερμηνεύουν, ίσως σκοπίμως, τόσο τον όρο «ανάπτυξη» όσο και τον όρο «θρησκευτική συνείδηση». Όμως, σε μια εποχή εκκοσμίκευσης και σύγχυσης, οι ορθόδοξοι μαθητές/τριες στη μετασχολική πνευματική τους ζωή, δεν χρειάζονται ξεναγήσεις, αλλά πνευματικά στηρίγματα, για να μπορούν να διακρίνουν, να προσεγγίζουν  και να ζουν το γνήσιο, το πρότυπο, το αληθινό και να εμπλουτίζουν το πνευματικό τους οπλοστάσιο με τρόπους αντίστασης και αντιμετώπισης των  δύσβατων δοκιμασιών και καταστάσεων, με στόχο την εν Χριστώ σωτηρία τους, εντός των αρετών του Χριστού, στον οποίο ανήκουν ως μέλη».

 

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Ευάγγελος Πεπές, στην εισήγησή του, με θέμα: «Η Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή στο Μάθημα των Θρησκευτικών και η Παιδαγωγική της Ανταπόκριση στις Προκλήσεις του Σύγχρονου Σχολείου», αναφέρθηκε στη μορφωτική αξία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Αγωγής στο σύγχρονο σχολείο, επισημαίνοντας ότι «η παιδαγωγική της ανταπόκρισης προϋποθέτει έγκυρο θεολογικά περιεχόμενο, κατάλληλες διδακτικές μεθόδους, πιστή τήρηση των ψυχοπαιδαγωγικών αρχών της προσαρμογής στις μαθησιακές δυνατότητες των μαθητών και εμπλοκή του θεολόγου εκπαιδευτικού σε ρόλο διαμεσολαβητή. Πρότεινε, τέλος, ένα θεολογικο-παιδαγωγικό πλαίσιο αξιολόγησης των νέων Προγραμμάτων Σπουδών και των βιβλίων, με βασικά κριτήρια τη θεολογική εγκυρότητα, τον παιδαγωγικό σχεδιασμό και τη συνοχή σκοπών, περιεχομένου, δραστηριοτήτων και αξιολόγησης».

 

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Πρωτ. π. Στυλιανός Χατζηγρηγορίου, εισηγούμενος το θέμα: «Τα λειτουργικά κείμενα, ως θεματικές πηγές του Μαθήματος των Θρησκευτικών», υπογράμμισε ότι «στα νέα σχολικά Βιβλία των Θρησκευτικών χρησιμοποιούνται και αξιοποιούνται, ως πηγές, τα λειτουργικά κείμενα. Η χρήση τους καθιστά το Μάθημα των Θρησκευτικών άκρως βιωματικό, διότι η Θ. Λατρεία συνδέεται άμεσα με τη ζωή. Έτσι, παρέχεται λειτουργική αγωγή στα παιδιά της σύγχρονης εποχής, στην οποία κυριαρχούν η θρησκευτική ουδετερότητα, η εκκοσμίκευση και ο αποχριστιανισμός κάθε πτυχής της ζωής. Η παρεχόμενη λειτουργική αγωγή βοηθάει τα σημερινά παιδιά να γνωρίσουν το βαθύτερο νόημα της λατρείας, να κατανοήσουν πώς ζει κάποιος εκκλησιαστικά, ποια ωφέλεια έχει από αυτόν τον τρόπο ζωής και πώς η χριστιανική πίστη νοηματοδοτεί  την ύπαρξη του ανθρώπου και σώζει τον κόσμο».

 

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Εμμ. Ξυνάδας εισηγήθηκε το θέμα: «Η Ελληνορθόδοξη Παράδοση, ως πολιτισμική κληρονομιά και παιδευτική πρόταση, στο Μάθημα των Θρησκευτικών», αναλύοντας τη σημασία της εκκλησιαστικής «Παράδοσης» και των επιμέρους «παραδόσεων», της «Ελληνορθόδοξης Παράδοσης» και της «Λαϊκής Θρησκευτικής Παράδοσης». Παρουσίασε, επίσης, τη θέση της «Ελληνορθόδοξης Παράδοσης» στο Μάθημα των Θρησκευτικών στο σύγχρονο σχολείο, καθώς και την αξιοποίηση του πλούσιου πολιτιστικού αποθέματός της στην εκπαιδευτική διαδικασία. Από την ανάλυσή του, έγινε αντιληπτό ότι «η «Ελληνορθόδοξη Παράδοση» δεν παρουσιάζεται ως μουσειακό αντικείμενο προς διατήρηση, αλλά ως ζωντανή πολιτισμική κληρονομιά, που ο μαθητής γνωρίζει, κατανοεί, αξιολογεί και  μεταφέρει, δημιουργικά, στο παρόν, ενώ λαμβάνει τα εφόδια και για τη μετάδοσή της στις επόμενες γενιές. Με άλλα λόγια, υποστήριξε ότι η μετάδοση της παράδοσης δεν εξαντλείται στη διαφύλαξη και αναπαραγωγή μορφών του παρελθόντος, αλλά συνιστά μια δυναμική παιδευτική διαδικασία, μέσω της οποίας δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, ώστε η παράδοση να παραμένει ενεργή, να επανανοηματοδοτείται και να εξακολουθεί να αποτελεί φορέα νοήματος, βιώματος και πολιτισμικής συνέχειας για τον μαθητή στο σύγχρονο σχολείο».

ΑΠΟ ΤΟ ΔΣ ΤΗΣ ΠΕΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Μπορείτε να δείτε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις του ιστολογίου μας πατώντας το Παλαιότερες αναρτήσεις (δείτε δεξιά)